Του Γιώργου Σανιδά
Ήμουνα στο καΐκι στο λιμάνι. Βόλευα την ψαριά στο καφασωτό. Βλέπω τοτενές το Αργυρώ μας να’ ρχεται κατά μένα μ’ ένα φόρτωμα ξύλα στην πλάτη….
-Σεραινώ, μου λέει, κι η ανάσα της κόβεται, Δεν μπόραγε να βγάλει μιλιά. Την ξαλαφρώνω απ’ τα ξύλα. Τι τρέχει- της λέω. Τι έχεις Αργυρώ μου;
-Στον Αη Φανούρη…Στον Αη Φανούρη…ματαλέει σε λίγο. ‘’Ε, τι έγινε στον Αη- Φανούρη;’’ τη ρωτάω…
Το Αργυρώ με κοιτάει καλά. Πάω πιο σιμά της. Έλα πε μου, της λέω,
-Τι να σου πω Σεραινώ, μου λέει. Στοίχειωσε το βουνό…χαθήκαμε…Ανθρώποι σαν αγρίμια κει πέρα…Ξένοι…με κουρέλια…ανήμποροι…χωρίς ψωμί…Εγγλέζοι; τη ρωτάω. Μου γνέφει, ναι.
‘’Και τι κάνουν;’’ τη ματαρωτάω…’’Λουφάζουν στη σπηλιά…Είναι τρεις…ο ένας λαβωμένος στο πόδι…Το’ χει δέσει μ’ ένα ζωνάρι κι ένα κομμάτι απ’ την πουκαμίσα. Πού να βγούνε και με το λαβωμένο…Σένα Συραινώ μου το λέει η περδικούλα σου…Κάνε κάτι για δαύτους, να γλυτώσουνε. Ανθρώποι είναι…’
Φτάνω στο σπίτι και βρίσκω το Γιώργη. Του μιλάω…τα χάνει. Κράζει:
-Γυναίκα θα κάψουν το νησί οι Ιταλιάνοι αν μπερδευτούμε με τους Εγγλέζους…
-Πάω γω στο βουνό, του λέω. Ανθρώποι είναι, δικοί μας ανθρώποι, σύμμαχοι, τους κηνυγάνε…
-Άντε σύρε, μα πρόσεχε, κάνει στο τέλος. Και κουβέντα Σεραινώ μου σε κανένα. Σα μας τσακώσουν οι Ιταλιάνοι δε θα μείνει τρίχα…
-Έγνοια σου Γιώργη, του λέω κι η Καλιαρίνα δεν πιάνεται.
Παίρνω μια καλαθούνα κι ό,τι βρίσκω το ρίχνω μέσα. Τυρί, ψωμί, τσιγάρα στριφτά. Ψένω στη θράκα και δέκα γόπες και δρόμο για το βουνό…
(Απόσπασμα από τη συνέντευξη της Καλιαρίνας στον Δ.Ι Κοκκινάκη για την εφημερίδα Ακρόπολις της 13-1-1974 στο σπίτι στη Σκιάθο)









