Του Γιώργου Σανιδά
‘’ “Θα κάτσω εδώ να τινάξω καμιά κουρελού, να βράσω λίγα κρίταμα να μοσχοβολήσει η κάμαρα, ν΄’ αλλάξει η διάθεση. “
Βαγγελιώ απ’ το βιβλίο “Ναυαγισμένοι Έρωτες”
Σε όποιο κλασικό ουζερί κι αν πάτε της Μαγνησίας, κάποια στιγμή θα σας φέρουν με το τσιπουράκι και κρίταμα συνήθως με σκορδαλιά.
Αυτή την εποχή τα κρίταμα βγάζουν τους σπόρους τους κι είναι κατάλληλα για κορφολόγημα παρότι η καλύτερη περίοδος για την περισυλλογή τους είναι τον Μάη ή τον Ιούνη.
Θα τα βρείτε πάνω στα βράχια εκεί που σκάει το κύμα, γι’ αυτό κι η βάρκα είναι ο καλύτερος τρόπος να τα ανακαλύψετε πλέοντας παράκτια.
Για την ετυμολογία της λέξης κρίταμο διαβάζουμε πως είναι αρχαιοελληνική από το κρήθμον που συνδέεται με το κριθή δηλαδή το κριθάρι και πήρε αυτό το όνομα επειδή οι σπόροι του μοιάζουν μ’ εκείνους του κριθαριού.
Τρώγεται κι ωμό και μοσχοβολά ιώδιο κι αλμύρα. Θέλει βέβαια το ξυδάκι ή το λενομάκι του και φυσικά λαδάκι για να σπάσει η γεύση του εκτός και αν το βάλετε στην ομελέτα.
Το εκτιμούσε ιδιαίτερα ο φημισμένος Έλληνας βοτανολόγος, Διοσκουρίδης καθώς έχει μοναδικές θεραευτικές ιδιότητες και όχι μόνο…
Τώρα δυο λόγια για το πώς γίνεται τουρσί:
Βράζουμε νερό και χοντρό αλάτι. Μόλις κοχλάσει, ρίχνουμε μέσα τα κρίταμα για σκάρτα ένα λεπτό. Τα βγάζουμε με μια τρυπητή κουτάλα και τα ρίχνουμε σε ένα μπολ με παγωμένο νερό (και παγάκια). Αυτό το βήμα σταματά τον βρασμό και κρατά τα κρίταμα καταπράσινα και τραγανά.
Στη συνέχεια τα στραγγίζουμε καλά και τα βάζουμε στο βάζο το οποίο γεμίζουμε με ξίδι και νερό (μισό- μισό) και τ’ απογεμίζουμε με λάδι για να μην παίρνει αέρα.
Μετά από δυο βδομάδες το τουρσί είναι έτοιμο και μπορεί να διατηρηθεί στο ψυγείο για πάνω από ένα χρόνο.
Κι έτσι γίνεται ο καλύτερος μεζές για το τσιπουράκι τις κρύες μέρες του χειμώνα ή για να συνοδέψει τα όσπρια και ειδικά τη φάβα…
φωτογραφία Yiannis Voutsis







