Σε έναν τελικό που υποσχόταν ένταση, ρυθμό και λεπτές ισορροπίες, ο Παναθηναϊκός παρουσιάστηκε πιο έτοιμος πνευματικά και τακτικά, επικρατώντας του Ολυμπιακού με 79-68 και κατακτώντας το Κύπελλο Ελλάδας.
Το παιχνίδι δεν κρίθηκε σε ένα ξέσπασμα ή σε μια ατομική εμφάνιση, αλλά σε κάτι πιο ουσιαστικό: στον έλεγχο του ρυθμού και στη συνέπεια. Ο Παναθηναϊκός επέβαλε από νωρίς τον τρόπο παιχνιδιού του, κατεβάζοντας το τέμπο και οδηγώντας τον τελικό σε καταστάσεις μισού γηπέδου. Εκεί, είχε ξεκάθαρο πλεονέκτημα.
Αμυντικά, η προσέγγιση ήταν υποδειγματική. Πίεση στην περιφέρεια, σωστές βοήθειες και περιορισμός των δημιουργικών επιλογών του Ολυμπιακού. Οι «ερυθρόλευκοι» αναγκάστηκαν να εκτελούν υπό πίεση, χωρίς ρυθμό και με χαμηλά ποσοστά, ειδικά από την περιφέρεια.
Επιθετικά, το «τριφύλλι» έδειξε ωριμότητα. Κυκλοφορία της μπάλας, υπομονή και εκμετάλλευση των mismatches. Ο Χέιζ-Ντέιβις αποτέλεσε σημείο αναφοράς, ο Ρογκαβόπουλος έδωσε πολύτιμο spacing, ενώ ο Μήτογλου πρόσφερε ισορροπία και στις δύο πλευρές του γηπέδου.
Το καθοριστικό σημείο του αγώνα ήρθε στη δεύτερη περίοδο. Εκεί, ο Παναθηναϊκός «έχτισε» διαφορά και, κυρίως, έδειξε ότι έχει τον πλήρη έλεγχο της κατάστασης. Από εκεί και μετά, το παιχνίδι κύλησε στον ρυθμό του, χωρίς να επιτρέψει στον Ολυμπιακό να επιστρέψει ουσιαστικά.
Για τον Ολυμπιακό, το πρόβλημα δεν ήταν μόνο η αστοχία. Ήταν η συνολική επιθετική δυσλειτουργία. Έλλειψη κίνησης χωρίς την μπάλα, περιορισμένη δημιουργία και αδυναμία προσαρμογής στην αμυντική πίεση του αντιπάλου. Το αποτέλεσμα ήταν ένα παιχνίδι χωρίς ροή και με κακές επιλογές.
Ο τελικός αυτός άφησε ένα ξεκάθαρο συμπέρασμα: σε παιχνίδια υψηλού επιπέδου, η τακτική πειθαρχία και η συγκέντρωση κάνουν τη διαφορά. Ο Παναθηναϊκός τα είχε και τα δύο. Και γι’ αυτό σήκωσε το τρόπαιο.
