
Πέθανε η Mάρω Κοντού σε ηλικία 92 ετών.
Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουνίου 1934 και μεγάλωσε στο Κουκάκι. Τα παιδικά της χρόνια συνέπεσαν με μία από τις πιο δύσκολες περιόδους της ελληνικής ιστορίας, καθώς βίωσε ως μικρό κορίτσι τα χρόνια της Κατοχής και τις στερήσεις του πολέμου.
Τα παιδικά της χρόνια
Η ίδια έχει αναφερθεί πολλές φορές στις αναμνήσεις της από εκείνη την εποχή, περιγράφοντας μια παιδική ηλικία με δυσκολίες αλλά και με πολλή αγάπη από την οικογένειά της. Παρά τις στερήσεις, δεν έχασε ποτέ τη ζωντάνια, την αισιοδοξία και τη λαχτάρα της για δημιουργία. Από μικρή ξεχώριζε για τη χάρη των κινήσεών της και την αγάπη της για τον χορό, στοιχεία που έμελλαν να καθορίσουν το μέλλον της.
Οι γονείς της ενθάρρυναν τις καλλιτεχνικές της ανησυχίες και η μικρή Μαριάνθη, όπως ήταν το βαφτιστικό της όνομα, περνούσε ώρες χορεύοντας. Είχε έντονη φαντασία, ήταν κοινωνική και γεμάτη ενέργεια, χαρακτηριστικά που αργότερα έγιναν μέρος της σκηνικής της παρουσίας. Καθώς μεγάλωνε, η αγάπη της για τον χορό έγινε ολοένα και πιο έντονη. Έτσι αποφάσισε να φοιτήσει στην Κρατική Σχολή Χορού, όπου γρήγορα ξεχώρισε για το ταλέντο και την αφοσίωσή της. Οι καθηγητές της διέκριναν τις δυνατότητές της και της προσφέρθηκε ακόμη και υποτροφία για σπουδές στη Γερμανία.

Τα παιδικά της χρόνια μπορεί να μην ήταν ανέμελα, της χάρισαν όμως πολύτιμα εφόδια: δύναμη χαρακτήρα, εργατικότητα, πειθαρχία και βαθιά εκτίμηση για τις απλές χαρές της ζωής. Αυτές οι αξίες τη συνόδευσαν σε όλη τη μετέπειτα πορεία της και συνέβαλαν στη δημιουργία της ξεχωριστής προσωπικότητας που αγάπησε το ελληνικό κοινό. Ίσως γι’ αυτό η Μάρω Κοντού δεν υπήρξε μόνο μια μεγάλη σταρ του κινηματογράφου. Παρέμεινε πάντα μια γυναίκα με ευαισθησία, ανθρωπιά και νοσταλγία για τις ρίζες της, κρατώντας ζωντανές τις μνήμες από εκείνα τα δύσκολα αλλά καθοριστικά χρόνια της παιδικής της ηλικίας.
Η καριέρα
Η πρώτη της επαφή με τη σκηνή έγινε μέσα από το Εθνικό Θέατρο, όπου συμμετείχε σε παραστάσεις αρχαίου δράματος ως χορεύτρια. Πολύ γρήγορα όμως το ταλέντο, η εκφραστικότητα και η σκηνική της παρουσία τράβηξαν την προσοχή των ανθρώπων του θεάτρου. Η μετάβασή της στην υποκριτική υπήρξε φυσική εξέλιξη και σύντομα βρέθηκε να πρωταγωνιστεί δίπλα σε κορυφαία ονόματα της εποχής, όπως ο Δημήτρης Χορν, η Έλλη Λαμπέτη, ο Λάμπρος Κωνσταντάρας και ο Κώστας Βουτσάς.

Στον ελληνικό κινηματογράφο καθιερώθηκε ως μία από τις μεγάλες πρωταγωνίστριες της χρυσής εποχής. Οι ρόλοι της συνδύαζαν κομψότητα, δυναμισμό, χιούμορ και ευαισθησία. Είτε υποδυόταν τη μοντέρνα γυναίκα της εποχής είτε τη ρομαντική ηρωίδα, η παρουσία της στην οθόνη ξεχώριζε πάντα. Ταινίες όπως «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα» θεωρούνται πλέον κλασικές ενώ έχουν μείνει στην κινηματογραφική ιστορία οι ρόλοι της στο πλάι του Λάμπρου Κωνσταντάρα που ήταν ο αγαπημένος της παρτενέρ στη μεγάλη οθόνη και πιστός φίλος της. Ο Δημήτρης Χορν υπήρξε επίσης «σταθμός» στην καριέρα της.
«Ήμουν σε περιοδεία με τον Ηλιόπουλο, όταν χτύπησε το τηλέφωνο και μου ανακοίνωσαν ότι θέλει να με δει ο Δημήτρης Χορν για μία συνεργασία. Ήρθε να με βρει στην Πάτρα. Δεν είπα λέξη στην πρώτη πράξη. Χτυπούσα πάνω στα έπιπλα, είχε στεγνώσει ο λαιμός μου και μπαίνει στο διάλλειμα και άρχισα να τρέμω. Μου λέει με εκείνο το απίστευτο χιούμορ του «σκ.. ήσουν χρυσό μου». Μετά με είδε σε μια σκημή με ένα παλτό και με ρωτάει «θα τον βγάλεις τον ρόλο», κι έφυγε. Ήταν το 1959 όπου πρωταγωνίστησαν μαζί στο θεατρικό έργο Ρομανσέρο» του Jacques Deval ενώ δύο χρόνια μετά την είχε και πάλι στο πλάι του αυτή τη φορά στην ταινία «Αλίμονο στους νέους» σε σκηνοθεσία Αλέκου Σακελλάριου. Η τελευταία φορά που βρέθηκαν μαζί στη σκηνή ήταν το 1962 στη θρυλική μουσική παράσταση «Οδός Ονείρων» σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολομού, Σκηνικά και κοστούμια του Μίνωα Αργυράκη και τη συγκλονιστική μουσική του Μάνου Χατζιδάκι

Η προσωπική της ζωή
Πίσω όμως από τα φώτα της δημοσιότητας υπήρχε μια γυναίκα με βαθιά συναισθήματα και έντονη προσωπικότητα. Η προσωπική της ζωή γνώρισε μεγάλες αγάπες αλλά και δύσκολες στιγμές. Παντρεύτηκε δύο φορές. Την πρώτη, το 1960 με τον γνωστό διευθυντή φωτογραφίας και στενό συνεργάτη του Φιλοποίμιν Φίνου, Αριστείδη Καρύδη-Φουκς. Ο γάμος κράτησε δύο μόνο χρόνια αν και η ίδια έχει δηλώσει αρκετές φορές ότι ο Φουκς ήταν ο μεγάλος έρωτας της ζωής της. Φήμες λένε ότι πέτρα του σκανδάλου ήταν η Αλίκη Βουγιουκλάκη που διατηρούσε σχέση μαζί του ενώ εκείνος ήταν παντρεμένος με την Μάρω Κοντού. Το 1975 παντρεύτηκε τον διαφμιστή Γιώργο Δόξα με τον οποίο χώρισαν 5 χρόνια μετά. Δεν απόκτησε παιδιά για ιατρικούς λόγους όπως η ίδια είχε αποκαλύψει.
Η πολιτική της πορεία
Τη δεκαετία του 1990 ασχολήθηκε με την πολιτική και την τοπική αυτοδιοίκηση θέλοντας να συμβάλλει ενεργά σε ζητήματα που αφορούν στον πολιτισμό και την κοινωνία. Υπήρξε Δημοτική Σύμβουλος στον Δήμο Αθηναίων και Βουλευτής στην Α’ Αθηνών με το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας. Όπως η ίδια είχε εξομολογηθεί σε συνέντευξη της δεν πέρασε καλά γιατί έβλεπε στα μάτια των άλλων την…ερώτηση «Τι θέλει μια θεατρίνα στη Βουλή;».






