Στις 4 Φεβρουαρίου 1843, στις 11 το πρωί, σίγησε για πάντα μια φωνή που είχε μάθει να δίνει θάρρος σε ολόκληρο έθνος.
Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο θρυλικός «Γέρος του Μοριά», άφησε την τελευταία του πνοή σε ηλικία 73 ετών, κλείνοντας έναν κύκλο ζωής που ταυτίστηκε με την ίδια την Ελληνική Επανάσταση.
Δεν ήταν απλώς στρατηγός.
Ήταν σύμβολο. Ήταν πατέρας. Ήταν η ψυχή του Αγώνα.
Η τελευταία του νύχτα
Το βράδυ πριν τον θάνατό του βρέθηκε στον βασιλικό χορό των Ανακτόρων.
Χόρεψε, γέλασε, ήπιε λίγο παραπάνω από το συνηθισμένο. Ήταν χαρούμενος — μόλις είχε παντρέψει τον μικρότερο γιο του, τον Κωνσταντίνο.
Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι αυτές θα ήταν οι τελευταίες του στιγμές ξεγνοιασιάς.
Λίγες ώρες μετά, γύρω στις 4 τα ξημερώματα, υπέστη αποπληξία.
Δεν μπορούσε να μιλήσει. Δεν μπορούσε να κινηθεί.
Οι γιατροί της εποχής έκαναν ό,τι γνώριζαν: φλεβοτομή, βδέλλες, καταπλάσματα, πάγο στο κεφάλι.
Μάταια.
Ο ήρωας που είχε αντέξει φυλακές, διωγμούς, μάχες και προδοσίες, λύγισε ήσυχα στο σπίτι του, δίπλα στην τότε βασιλική κατοικία — στο σημείο όπου σήμερα στέκεται η Βουλή των Ελλήνων.
Τα τελευταία του λόγια
Πριν φύγει, γύρισε στον γιο του Γενναίο και είπε:
«Σου αφήνω τόσους φίλους, όσα φύλλα έχουν τα κλαριά· φρόντισε να τους φυλάξεις».
Όχι πλούτη.
Όχι αξιώματα.
Φίλους. Πατρίδα. Ενότητα.
Αυτή ήταν η κληρονομιά του.
Γιατί τον θυμόμαστε ακόμα
Γιατί χωρίς εκείνον:
- τα Δερβενάκια ίσως να είχαν χαθεί,
- ο Μοριάς ίσως να είχε σβήσει,
- η Επανάσταση ίσως να είχε λυγίσει.
Ήταν ο άνθρωπος που κράτησε ζωντανή την πίστη όταν όλα φαίνονταν χαμένα.
Και ίσως γι’ αυτό τον αποκαλούσαν «Μεγαλέξανδρο της Ρωμιοσύνης».
Σήμερα, 182 χρόνια μετά, δεν τον θυμόμαστε μόνο ως στρατηγό.
Τον θυμόμαστε ως χαρακτήρα. Ως παράδειγμα. Ως ρίζα.
Δόξα και τιμή.
Αιώνια η μνήμη του.






