Του Νικόλαου Γιαμαρέλου
Στον δημόσιο διάλογο τελευταία, κυριαρχεί η συζήτηση του «υπερτουρισμού», ενός φαινομένου που ναι μεν έχει να κάνει με την λεγόμενη φέρουσα ικανότητα ενός τόπου, αλλά η εμφάνιση της συζήτησης ξεκίνησε ουσιαστικά από ήδη τρανταχτά παραδείγματα του εξωτερικού όπως η Βαρκελώνη ή η Ιταλία του Ποζιτάνο, ή ακόμη και από εσωτερικά όπως της Σαντορίνης, αλλά και από την επιδιωκόμενη μείωση της οικοδομικής δραστηριότητας.
Αν η Σκιάθος θα μπορούσε να συγκριθεί με ένα από τα παραπάνω παραδείγματα, τότε επιτρέψτε μου να πω, πως μόνο ο κακός μας εαυτός φταίει, με αποτέλεσμα να συγκρίνουμε πράγματα ανόμοια, έτσι πρόχειρα και χωρίς ουσιαστικά να γνωρίζουμε τι θέλουμε στην πραγματικότητα.
Αν η Σκιάθος είχε θέμα με την ερμηνεία που τίθεται στον δημόσιο διάλογο, του υπερτουρισμού, τότε πολύ απλά δεν θα υπήρχε γκρίνια για τους μήνες Μάιο Ιούνιο, Σεπτέμβριο Οκτώβριο.
Οι δύο μόλις μήνες του Ιουλίου και Αυγούστου, δεν είναι ποτέ δυνατόν να χαρακτηρίσουν έναν τόπο κορεσμένο τουριστικά.
Δεν μπαίνω για ευνόητους λόγους στην σκέψη να τονίσω πως στην ουσία δεν γνωρίζουμε ούτε και εύχομαι να γνωρίσουμε τι σημαίνει υπερτουρισμός, γιατί κατά την γνώμη μου μόνο χειροτέρευση μιας κατάστασης παρά καλυτέρευση μπορεί να επιφέρει ένα τέτοιο φαινόμενο στο νησί μας.
Στον τόπο μας δε, εν συγκρίσει με άλλους ακόμα και με αυτούς που προανέφερα, απουσιάζει παντελώς η εναλλακτική και κυρίως ο πρωτογενής τομέας που άλλοτε κυριαρχούσε .
Το θέμα λοιπόν, εάν θέλουμε πραγματικά να μιλήσουμε ειλικρινά για το τι έχει συμβεί, θα πρέπει να τεθεί στην ανάδειξη – επικράτηση του νεοπλουτισμού και όχι στον υπερτουρισμό, που κακά τα ψέμματα ο τόπος μας απέχει έτη φωτός μακριά, ενώ επίσης θα πρέπει να αναζητήσουμε την ταυτότητα μας ως τόπος, ως προορισμός και ως νησί εν τέλει με συγκεκριμένα όρια και δυνατότητες.
Η έλλειψη υποδομών και υπηρεσιών, όπως πχ ένας άλλος λιμένας, μια μαρίνα, ένας άλλος περιφερειακός, χώροι στάθμευσης, αποχετευτικό δίκτυο, βιολογικός σταθμός, ΧΥΤΑ ή ΧΥΤΥ, χωροταξικού σχεδιασμού, χρήσεων γης και άναρχης δόμησης, η έλλειψη πόσιμου νερού ακόμα και η έλλειψη ουσιαστικής παράδοσης, οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια σε συγκεκριμένα φαινόμενα κορεσμού και όχι σε παγίωση του φαινομένου του υπερτουρισμού.
Δεν νομίζω πως ποτέ βρεθήκαμε στην δυσάρεστη θέση να μην χωράμε ούτε και να μην μπορούμε να περπατήσουμε στο νησί μας λόγω του υπερτουρισμού, ούτε και να μην βρίσκουμε τραπέζι να κάτσουμε για ένα ποτό ή φαγητό, ούτε και να μην βρίσκουμε δωμάτιο να διανυκτερεύουμε για λίγο, ακόμα και να μην μπορούμε να δεχτούμε ιατρική περίθαλψη ή να καλύψουμε βασικά είδη πρώτης ανάγκης.
Βρεθήκαμε όμως αντιμέτωποι να μην μπορούμε να περάσουμε ή να περπατήσουμε από τις ανεξέλεγκτες καταλήψεις κοινόχρηστων χώρων νόμιμες και παράνομες, να μην μπορούμε να σταθμεύσουμε τα οχήματα μας λόγω της έλλειψης χώρων στάθμευσης, να καθυστερούμε στην άφιξη μας σε έναν κύριο δρόμο 14 χιλιομέτρων, να μην μπορούμε να ταξιδέψουμε ακτοπλοϊκώς λόγω ελάχιστων δρομολογίων, να μην βρίσκουμε τρόπο προσέγγισης ενός τοπόσημου λόγω της κατάστασης του δρόμου, να μας ρωτούν πού έχει πανηγύρι και να μην έχουμε όπως άλλα νησιά, να μην μπορούμε να πιούμε έστω και ένα νερό σε μια παραλία κ.α.
Επίσης, η αισθητική του καθενός και της καθεμιάς, δεν αποτελεί μέτρο και δείκτη μέτρησης ενός φαινομένου που μόνο στην φαντασία μας υπάρχει, αλλά ο αναστοχασμός του τι ακριβώς θέλουμε, ίσως θα ναι η απάντηση στην όλη συζήτηση.
Στο νησί μας θεωρώ, αλλά και στην Ελλάδα γενικότερα, οι τουρίστες έρχονται να ζήσουν το ελληνικό καλοκαίρι, να κολυμπήσουν στις πανέμορφες θάλασσες μας, να ηρεμήσουν στην θέα του απέραντου γαλάζιου, να «καούν» στον υπέρλαμπρο ήλιο μας, να γευτούν τις γεύσεις μας, να γνωρίσουν την ελληνική φιλοξενία, να μάθουν τον πολιτισμό μας, να χαθούν στις πολύχρωμες ομορφιές της φύσης μας, να γλεντήσουν στους ρυθμούς των ελληνικών μουσικών μας, να χορέψουν τους χορούς μας, να απελευθερωθούν από τους περιορισμούς των τόπων τους, να ξεφαντώσουν μέχρι πρωίας, να ξεχαστούν από την καθημερινότητά τους, να ζήσουν στην ουσία. Δεν χρειάζεται διαφήμιση γι’αυτό.
Η Ελλάδα μας συνυφασμένη με το ωραίο, το όμορφο, το ανθρώπινο, το γήινο και το οικείο, λειτουργεί ως ανάσα και δόσεις ζωής στους επισκέπτες μας, κυρίως τους αλλοδαπούς, ενώ με την ζεστασιά της αγκαλιάζει κάθε διαφορετικό. Δεν απαγορεύει ούτε απορρίπτει, αλλά επιτρέπει με όρους και κανόνες, δέχεται, ανέχεται και υπομένει με καρτερικότητα κάθε λογής δραστηριότητα, μένοντας ανεξίτηλη στην μνήμη όλων όσων θέλησαν να την γνωρίσουν. Το ίδιο κάνει και το νησί μας.
Όμως βλέπω πως, ακόμα και φαινόμενα άκρατου τοπικισμού στον επιχειρηματικό τομέα κάνουν την εμφάνιση τους στον τόπο μας, διαχωρίζοντας τους πολίτες σε Σκιαθίτες και μη Σκιαθίτες, ενώ η οικονομική ζωή του νησιού αναπνέει και εξελίσσεται έστω και αργά, από επαγγελματίες μη Σκιαθίτες που όμως αγάπησαν και αγαπούν τον τόπο που τους θρέφει. Δεν αναρωτήθηκαν ποτέ όμως πώς γίνεται η πλειονότητα των επιχειρηματιών του νησιού στον τομέα του τουρισμού να είναι από μη Σκιαθίτες.
Πως λοιπόν σε μια συζήτηση χωρίς αρχή μέση και τέλος, τοποθετούμαστε δημοσίως και μιλάμε για υπερτουρισμό στην βάση αριθμών, (γιατί εάν οι αριθμοί δικαίωναν αυτή την προσέγγιση τότε θα βλέπαμε ανθρώπους να κοιμούνται στους δρόμους και στα πάρκα), ενώ παράγοντες όπως η γεωγραφική μας θέση, το κλίμα, η διαχρονική πολιτική της στόχευσης προσέλκυσης συγκεκριμένων κατηγοριών επισκεπτών (οικονομικά και γεωγραφικά), η νοοτροπία μας, οι δυνατότητες, οι υποδομές και οι παροχές μας είναι ανακόλουθοι προορισμών που βιώνουν στο πετσί τους και εν τοις πράγμασι φαινόμενα υπερτουρισμού;
Αν και οι παραλίες και το πράσινο του τόπου μας, δύναται να θεωρηθούν ως συγκριτικά μας πλεονεκτήματα έναντι άλλων, δεν έχουμε αντιληφθεί πως ο κόσμος τρέχει και μείς έχουμε μείνει πίσω, όντας ουραγοί μιας λογικής του άρπα κόλλα και της τραβηγμένης απ’τα μαλλιά δίμηνης ουσιαστικής τουριστικής περιόδου.
Τελικά φταίει ή δεν φταίει ο κακός μας εαυτός και η επένδυση στο μονοπωλιακό προϊόν του τουρισμού πάσει θυσία ;
Ή φταίει η κατσίκα ;






