“Η ΠΛΗΜΜΥΡΑ”* ΣΗΜΕΡΙΝΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΟΥ ΑΛΕΞ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ…

Του Γιώργου Σανιδά

Οἱ καταρράκται τοῦ οὐρανοῦ ἠνοίγησαν καὶ ἔγινε βροχή, θάλασσα, καταποντισμός…

Κάτω εἰς τὸ ποτόκι ὅλα ἦσαν θάλασσα.

Τὰ κατώγεια τῶν οἰκιῶν εἶχον πλημμυρήσει ὅλα… ἡ πλημμύρα ἦτο εἰς ὅλα τὰ ἰσόγεια καὶ ὅπου τὰ πατώματα ἦσαν χαμηλὰ ἐκινδύνευε νὰ τὰ φθάσῃ.

Ἐχρειάζετο βάρκα…. ἔπλεαν ὅλα εἰς τὴν σειρὰν μὲ γραφικὴν νωθρότητα.

Ἐπάνω εἰς τὸ ὑψηλότερον μέρος τῆς συνοικίας, τὸ ἀνατολικόν, δὲν ἦτο φόβος νὰ φθάσῃ τὸ νερὸν εἰς τὰς οἰκίας. Ἐκεῖ ἦσαν τὰ Κοτρώνια… Ἡ γριά εἶχεν ἐξέλθει εἰς τὸν ἐξώστην καὶ ἐτραβοῦσε τὰ μαλλιά της καὶ ἐφώναζε:

― Τ᾽ εἶν᾽ αὐτό, Θέ μου, τ᾽ εἶν᾽ αὐτό! Ἁμαρτωλοὶ εἶναι καὶ θὰ τοὺς βουλιάξῃ;

Ὁ γέρων, ὁ καλὸς οἰκογενειάρχης, εἶχεν ὁπλισθῆ προχείρως μὲ σκαπάνην καὶ μὲ κουβὰν καὶ εἶχε καταβῆ εἰς τὸ ἰσόγειον. Ἐπροσπάθει νὰ ἀδειάσῃ τὸ νερὸν ἀπὸ τὸ κατώγι, ἐπαιδεύετο νὰ φράξῃ ἕως δύο πιθαμὰς τὸ κατώφλιον …

Πτωχὴ χήρα, ἡ Μαριὼ, μαζὶ μὲ τὴν κόρην της τὴν Ματώ, εὑρίσκοντο εἰς τὸν μεμονωμένον οἰκίσκον των, εἰς τὸ χαμηλότερον μέρος τοῦ Λιβαδιοῦ, πρὸς τὴν ἐξοχήν, εἰς τὴν ἄκρην τοῦ χωρίου. Ἅμα ἤρχισεν ἡ καταιγὶς καὶ τὰ θεμέλια τῆς οἰκίας ταχέως κατεπλημμύρησαν. Ἀλλ᾽ ἡ Μαριὼ δὲν ἐπρόσεχε κατ᾽ ἀρχὰς εἰς τοῦτο. Εἶχε τὸ μάτι ὑψηλὰ κατὰ τὸ βουνόν. Ἦτον ἀφῃρημένη.

― Μάννα, θὰ πλημμάρουμε, ἐφώναξεν ἡ κόρη της.

Ἡ μήτηρ ἐξηκολούθει νὰ κοιτάζῃ ὑψηλὰ εἰς τὸ βουνόν.

― Ἂς πᾷ νὰ πλημμάρουμε, ἐψιθύρισε.

― Μάννα, πλημμάραμε! ἐπανέλαβε μετ᾽ ὀλίγον ἡ Ματώ.

Ἡ χήρα ἔστρεψε τὸ βλέμμα πρὸς τὰ παρὰ πόδας. Ὅλη ἡ στεφάνη τοῦ ἐδάφους ὁλόγυρα εἶχε πλημμυρήσει καὶ τὸ ἰσόγειον τῆς οἰκίας ἦτο γεμᾶτο νερόν. Τὸ χαμηλὸν πάτωμα ἐκινδύνευε νὰ τὸ φθάσῃ. Θάλασσα, ποταμός, πέλαγος.

― Πώ, πώ, πώ! ἔκαμεν ἡ μήτηρ συμπλέκουσα τὰς χεῖρας.

Ἀπὸ τὴν στέγην τῆς οἰκίας εἶχαν ἀνοίξει δέκα ἕως δώδεκα σταλαγμοί. Τὰ φορέματα, ἡ «τέμπλα» μὲ τὰ στρώματα καὶ τὰ σινδόνια, τὰ πενιχρὰ ἔπιπλα, ὅλα ἦσαν καταβρεγμένα.

Ἡ κόρη τὰ μετέφερε καὶ τὰ ἐσώρευεν ὅλα μαζί, πότε εἰς τὴν μίαν γωνίαν καὶ πότε εἰς τὴν ἄλλην· ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ ἤνοιγε σταλαγμός. Τέλος τὰ ἐκουβάλησεν ὅλα εἰς τὴν μέσην· ἀλλ᾽ ἐκεῖ ἤνοιξε μέγας σταλαγμὸς εἰς τὸν «καβαλάρην» τῆς στέγης.

Τὴν προηγουμένην ἑβδομάδα εἶχαν ξανασύρει τὴν σκεπήν. Νὰ τὸ ἤξευραν νὰ μὴ βάλουν μάστορην!

Ἀλλὰ καὶ τί τὸν ἤθελαν τὸν μάστορην; Μήπως ἦτον ἰδικόν τους τὸ σπίτι; Ὁ κὺρ Ἀργυρὸς ὁ Ξυγκοχέρης, ὁ πιστωτής των, τοὺς ἐφοβέριζε καθημερινῶς νὰ τοὺς βγάλῃ ἀπὸ τὸ σπίτι. Πρὸ δύο ἡμερῶν ἀκόμη εἶχε περάσει ἀπ᾽ ἐκεῖ καὶ τοὺς εἶπε ὅτι θὰ τοὺς πάρῃ τὸ ποτάμι… Ἂς χαρῇ τώρα.

― Πώ, πώ! θὰ πνιγοῦμε, μάννα! ὠλόλυξεν ἡ κόρη συμπλέκουσα τὰς χεῖρας, κοιτάζουσα διὰ τοῦ παραθύρου κάτω καὶ βλέπουσα ὅλον τὸ Λιβάδι θάλασσαν. Δὲν ἐφαίνετο πουθενὰ πάτημα διὰ νὰ πατήσῃ τις. Καὶ ἡ βροχὴ ἐξηκολούθει ἀκόμη.

― Θὰ πνιγοῦμε! ἐθρήνησεν ἡ μήτηρ, τραβοῦσα τὰ μαλλιά της, καὶ ὁ ἀδερφός σου, ὁ ἀδερφός σου ποὺ λείπει ἀπ᾽ τὸ πρωὶ στὸ χωράφι, δὲν θὰ πνιγῇ;

Σπαρακτικὴ ἦτο ἡ φωνὴ τῆς μητρός.

Ἡ θέσις τῶν δύο γυναικῶν, εἰς τὸ μοναχικὸν σπιτάκι τοῦ Λιβαδιοῦ, ἤρχισε νὰ γίνεται ἀπελπιστική. Ἡ κόρη ἔκφρων ὠλόλυζεν. Ἐκοίταζε βλοσυρὰ τὸ παράθυρον, τὸν ἐξώστην, τὴν ξυλίνην σκάλαν, ὅλα ἀπειλούμενα καὶ σαλευόμενα ἀπὸ τὴν πλημμύραν. Ἡ μήτηρ εἶχε παύσει ἀρτίως νὰ τραβᾷ τὰ μαλλιά της. Ἔσχιζε τὰς παρειάς, ἐκόπτετο, κ᾽ ἐμοιρολογοῦσε. Δὲν ἔκλαιε τὸ σπίτι, δὲν ἔκλαιε τὴν κόρην της, οὔτε τὸν ἑαυτόν της, ἔκλαιε τὸν υἱόν της, ὅστις ἦτο μακράν. Ἐκοίταζε κατὰ τὸ βουνόν, ἀλλὰ δὲν τὸ διέκρινε πλέον. Ὁ πελώριος σίφων, στῦλος φοβερὸς ἑνώνων τὸν οὐρανὸν μὲ τὴν γῆν, ὁποὺ διὰ πενθίμου ἀνταυγείας ἐφώτιζεν ἐκ διαλειμμάτων τὰ πέριξ καὶ ἔκαμνε τὸ βουνὸν νὰ ξεχωρίζῃ, ἐσχίσθη ἤδη, διερράγη καὶ διελύθη, καὶ τὸ βουνόν, μαῦρος ἀτμός, ἔγινεν ἓν μὲ τὸν αἰθέρα.

Ἐφαντάζετο ἤδη πνιγμένον τὸν υἱόν της, πτῶμα ἐλεεινόν, φοβερὸν τὴν θέαν, παρασυρόμενον ἀπὸ τὸ ρεῦμα, κτυπῶντα τὴν κεφαλὴν ἀπὸ βράχου εἰς βράχον, ἀγκιστρούμενον καὶ σφηνούμενον εἰς τοὺς βάτους καὶ τοὺς θαμνῶνας, ἀπὸ αἱμασιὰν εἰς αἱμασιάν. Ηὐτοσχεδίαζεν ἀκουσίως ἓν μοιρολόγιον:

Πῶς θὰ σὲ φέρουν, γυιόκα μου, πνιμένον μὲς στὸ ρέμα!

Πῶς θὰ σὲ ἰδῶ!…

― Μάννα, ἀφοῦ γλυτώσαμε ὣς τώρα, πᾶμε νὰ κατεβοῦμε, κι ἂς πλέψουμε στὸ ποτάμι. Τὸ σπίτι θὰ πέσῃ, μπορεῖ νὰ γλυτώσουμε!

― Πᾶμε νὰ ἰδοῦμε τί γίνηκε ὁ Μανώλης.

Ἡ κόρη ἐμπρός, ἡ μήτηρ ὀπίσω, ἐδοκίμασαν νὰ καταβῶσι τὴν σαλευομένην καὶ σειομένην σκάλαν.

Εἶχον κατέλθει δύο σκαλοπάτια καὶ πλατάγισμα ἠκούσθη μέσα εἰς τὸ νερόν. Ἐφάνη κάτι τι μεγαλόσωμον, διπλοῦν τὸ σχῆμα, τεράστιον, κενταυρικόν, κατὰ τὸ ἥμισυ πλέον, κατὰ τὸ ἥμισυ πατοῦν, πηδῶν καὶ παραδέρνον, μέσα εἰς τὸ ρεῦμα.

― Μάννα, εἶστε καλά; Γλυτώσατε;

Ἦτο ἡ φωνὴ τοῦ Μανώλη.

―Ὤ, γυιέ μου! Ὤ, παιδί μου, παιδάκι μου! Εἶσαι καλά; Ἦρθες;

Ἦτον ὁ Μανώλης, καβάλα εἰς τὸ ἄλογόν του. Ἐπήδησε κάτω, ἕως τὴν μέσην εἰς τὸ νερόν, καὶ ἠγκαλίσθη τὴν μητέρα του.

*αυθεντικά αποσπάσματα από το διήγημα ‘’Το σπιτάκι στο λιβάδι’’

TRENDING

“Θα το παλέψω”

Του Παναγιώτη ΣταμούληΠαιδίατρος Υπεύθυνος λειτουργίας Κ.Υ. Σκιάθου Αυτή ήταν η άμεση...

Το πρώτο βιβλιοπωλείο στη Σκιάθο

Ο Σταύρος Αντωνίτσας γεννήθηκε το 1935 στη Σκιάθο και...

«Η Σκιάθος όπου γης» μας εύχεται Χρόνια πολλά!-Γιώργος Μιτζέλος-USA

Από τη Νέα Υόρκη μέχρι την άλλη άκρη του...

Γιώργος Αγγελόπουλος: Η μετακόμιση στο νησί, οι αλλαγές μετά την πατρότητα και η καθημερινότητα με την κόρη του, Ουρανία

Τον Γιώργο Αγγελόπουλο υποδέχτηκε ο Γρηγόρης Αρναούτογλου το βράδυ της Δευτέρας 15 Δεκεμβρίου...

Σχετικά Άρθρα

Θέματα

Red Sprites: Σαν εξωγήινα κόκκινα πλοκάμια στον ουρανό – Το απόκοσμο φαινόμενο στη Γαλλία

Θυμίζουν γιγαντιαία πλοκάμια ή πυροτεχνήματα στον νυχτερινό ουρανό. Στην...

Έκτακτο δελτίο επιδείνωσης καιρού με βροχές και καταιγίδες Τρίτη και Τετάρτη

Σε Μαγνησία, Σποράδες και Εύβοια τα πιο επίμονα φαινόμενα Επιδείνωση...

Δανία: Τα IKEA ως καταφύγια έκτακτης ανάγκης

Τα καταστήματα της IKEA στη Δανία θα μπορούσαν να...

El Niño 2026: Πρωτοφανής άνοδος της θερμοκρασίας στον Ειρηνικό – Σπάει ιστορικά ρεκόρ

Σύμφωνα με άρθρο που δημοσιεύθηκε στο meteo.gr από το Εθνικό...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ