Ο Νίκος Τουρναβίτης γεννήθηκε και μεγάλωσε στο νησί μέχρι τα δεκαέξι του, όταν η Σκιάθος ήταν ακόμη σχεδόν παρθένα, χωρίς περιττά πράγματα, μόνο ανθρώπους που τη στήριζαν με τα χέρια και την επιμονή τους.
Από τα δέκα του δούλευε στα καΐκια. Πριν μάθει καλά καλά να μετράει, είχε μάθει να διαβάζει τον καιρό και να ξεχωρίζει πότε η θάλασσα σε καλεί και πότε σε προειδοποιεί.
Στα δεκαέξι έφυγε για τον Πειραιά και σπούδασε στη Σχολή Εμποροπλοιάρχων. Δεν ήταν εύκολο, ο ίδιος και η οικογένειά του στερήθηκαν πολλά για να τα καταφέρει.
Στα δεκαοκτώ μπάρκαρε, στα δεκαεννιά έγινε αξιωματικός και στα είκοσι πέντε υποπλοίαρχος, με οδηγό το ένστικτο και την ευθύνη.
Από το 1970 έως το 1985 ταξίδεψε σε Σύρο, Πάρο, Νάξο, Αμοργό και Κουφονήσια. Ξεχώρισε τα Κουφονήσια όχι για τη θάλασσα, αλλά για τους αγνούς ανθρώπους τους.
Τα μεγάλα ταξίδια τον έφτασαν μέχρι τον Καναδά. Εκεί, μέσα σε σφοδρή θαλασσοταραχή, πίστεψε πως ίσως ήταν το τελευταίο του ταξίδι. Αν και δεν ήταν άνθρωπος της εκκλησίας, έκανε τον σταυρό του, μίλησε στην Παναγία και μέσα σε μία ώρα η θάλασσα γαλήνεψε. Όταν επέστρεψε στον Πειραιά, κράτησε την υπόσχεσή του και λειτούργησε από ευγνωμοσύνη.
Επιστρέφοντας μόνιμα στη Σκιάθο άνοιξε τέσσερα μαγαζιά, τα πρώτα μπαρ και κλαμπ της περιοχής, όταν η νυχτερινή ζωή μόλις γεννιόταν.
Γνώρισε κέρδη και απώλειες. Σε μια χαρτοπαικτική λέσχη είδε τον εαυτό του να χάνεται και δεν ξαναέπαιξε ποτέ, όχι από φόβο αλλά γιατί προτεραιότητά του ήταν να σταθεί η οικογένειά του.
Δύο γάμοι, τέσσερα παιδιά – τρεις κόρες και ένας γιος. Μια ζωή που δεν χώρεσε σε έναν μόνο δρόμο.
Δεν λέει πως ήταν ούτε καλός ούτε κακός. Μόνο άνθρωπος.
Σήμερα πονά περισσότερο για όσα χάνονται: τον σεβασμό, την αλληλεγγύη και την έννοια της οικογένειας.
Αν ξαναγεννιόταν, θα τα έκανε όλα ξανά. Μόνο ένα θα άλλαζε: δεν θα έβαζε ποτέ το τσιγάρο στο στόμα του.
Γιατί μέσα από τη θάλασσα έμαθε τι σημαίνει να φοβάσαι και παρ’ όλα αυτά να συνεχίζεις. Και αυτό δεν αλλάζει.
: Κωνσταντίνος Σοφικίτης








