Την ώρα που δεκάδες Δήμοι σε όλη τη χώρα —ακόμα και σε μικρές, απομακρυσμένες ή οικονομικά πιεσμένες περιοχές— προχωρούν στη θέσπιση επιδόματος γέννησης παιδιού, ο Δήμος Σκιάθου επιλέγει να παραμένει θεατής. Μια επιλογή που δεν περνά απαρατήρητη, ιδιαίτερα όταν δίπλα μας, στη Μαγνησία, Δήμοι όπως ο Νότιος Πηλίου έχουν ήδη αναλάβει πρωτοβουλίες για τη στήριξη των νέων οικογενειών.
Σε πολλούς Δήμους της Ελλάδας, το επίδομα γέννησης λειτουργεί ως ένα έμπρακτο μήνυμα: ότι η τοπική αυτοδιοίκηση αναγνωρίζει το δημογραφικό πρόβλημα και προσπαθεί, στο μέτρο των δυνατοτήτων της, να σταθεί δίπλα στους νέους γονείς. Τα ποσά ποικίλλουν — από 1.000 ευρώ για το πρώτο παιδί, έως και αρκετές χιλιάδες ευρώ για τρίτεκνες ή πολύτεκνες οικογένειες — όμως η ουσία δεν είναι μόνο το ποσό. Είναι η πρόθεση.
Στη Σκιάθο, ωστόσο, αυτή η πρόθεση δεν φαίνεται να υπάρχει. Παρά το υψηλό κόστος ζωής, τις δυσκολίες στέγασης, την εποχική εργασία και τη συνεχή μείωση του μόνιμου πληθυσμού, καμία ουσιαστική συζήτηση ή πρωτοβουλία για τη θεσμοθέτηση επιδόματος παιδιού δεν έχει δει το φως της δημοσιότητας. Σαν το δημογραφικό να είναι ένα «γενικό» πρόβλημα που αφορά όλους τους άλλους — εκτός από εμάς.
Το ερώτημα είναι απλό: γιατί σε άλλες περιοχές γίνεται και στη Σκιάθο όχι; Γιατί Δήμοι με σαφώς μικρότερα έσοδα βρίσκουν τον τρόπο να στηρίξουν τις οικογένειες, ενώ σε έναν από τους πλέον προβεβλημένους τουριστικούς προορισμούς της χώρας το ζήτημα παραμένει εκτός προτεραιοτήτων;
Η στήριξη της οικογένειας δεν είναι φιλοδώρημα, ούτε επικοινωνιακή πολυτέλεια. Είναι επένδυση στο μέλλον ενός τόπου που θέλει να παραμείνει ζωντανός, με σχολεία, παιδιά και μόνιμους κατοίκους. Και όσο η δημοτική αρχή της Σκιάθου επιλέγει τη σιωπή, η σύγκριση με άλλους Δήμους θα γίνεται όλο και πιο άβολη.
Γιατί, τελικά, το ερώτημα δεν είναι αν «μπορεί» ο Δήμος Σκιάθου να θεσπίσει επίδομα γέννησης.
Είναι αν θέλει.





