Η από όρθρου βαθέων πολύωρη ακολουθία της παραμονής δεν μας απέτρεψε και φέτος να βγούμε προς φωτισμό των οικιών των ενοριτών μας.
Παρά την κόπωση του σώματος η καρδιά παρέμενε ξεκούραστη, έτοιμη να συναντήσει τον άνθρωπο.
Η αγάπη τους, η χαρά τους και οι ευχές τους, κάθε φορά που άνοιγε και μια πόρτα, μας έδιναν δύναμη να συνεχίσουμε.
Ήταν σαν να άνοιγε κάθε κατώφλι όχι μόνο ένα σπίτι, αλλά μια ψυχή πρόθυμη να δεχθεί την ευλογία και να τη μοιραστεί.
Πρόσωπα αγαπητά, πονεμένα, ταλαιπωρημένα από τον χρόνο και τις δοκιμασίες· πρόσωπα που κουβαλούν σιωπές, απώλειες, αγωνίες. Κι όμως, το χαμόγελο και οι ευχές τους, απλές και καθαρές, έλαμπαν σαν μικρά καντήλια μέσα στη νύχτα του κόσμου…, κάνοντάς μας να λησμονούμε την κούραση και την ώρα.
Σε κάθε ευλογημένο ράντισμα, το νερό γινόταν προσευχή: για τα παιδιά που λείπουν, για τους ασθενείς που υπομένουν σιωπηλά, για τα σπίτια που δοκιμάζονται, για τους κεκοιμημένους που παραμένουν ζωντανοί στη μνήμη και στην αγάπη. Και μέσα στην απλότητα των χώρων αυτών φανερωνόταν η αληθινή Εκκλησία — η Εκκλησία των προσώπων, της σχέσης, της ελπίδας.
Μάτια υγρά, χέρια τρεμάμενα, φωνές σπασμένες από τα χρόνια, κι όμως λόγια γεμάτα πίστη και εκτίμηση :
«Να μας έχει ο Θεός καλά… να φωτίζει τα σπίτια μας… να μη μας αφήσει… καλώς ήρθες παπάμ, να χαίρεσαι το πετραχείλι σου».
Κι εμείς, φεύγοντας από κάθε αυλή, νιώθαμε πως δεν προσφέραμε μόνο ευλογία, αλλά τη δεχόμασταν.
Γιατί μέσα σε αυτά τα πρόσωπα —τα ταλαιπωρημένα κι όμως φωτισμένα— καθρεφτιζόταν ο ίδιος ο Χριστός, ταπεινός και σιωπηλός, που περνά ακόμη από πόρτα σε πόρτα, ζητώντας να Τον δεχθούμε.
Έτσι, η κούραση μεταμορφώθηκε σε ευγνωμοσύνη σε χαρά. Και επιστρέψαμε γνωρίζοντας πως όσο υπάρχουν άνθρωποι που ανοίγουν την πόρτα τους με πίστη και αγάπη, ο κόσμος αυτός δεν χάνεται· φωτίζεται.
Χρόνια Πολλά, καλά Φώτα!
† Π
