Του Γιώργου Σανιδά
Τα τσούρμα παίρνουν σβάρνα τους μαχαλάδες κι όλο και μεγαλώνουν. Από τα σπίτια βγαίνουν και μπαίνουν στο χορό καινούργιοι μτσούνοι. Οι νοικοκυρές κερνούν αλυπιακό και τηγανιά, τα παιδιά ρίχνουν χαρτοπόλεμο και σερμπαντίνες. Το τραγούδι αντιλαλεί ως πέρα στα βουνά, αναριγεί τη θάλασσα. Ο ντελάλης αναγγέλει τον ”παπά- Μανώλη” κι η αρμάδα τραγουδά:
-«Για δέστε τα παλιόσπιτα κορίτσια που’ χουν μέσα / Και να τα φώτιζε ο Θεός να πούνε ……έλα μέσα»
και συνεχίζει:
”Έβγα ταίρι μου, έβγα ταίρι μου
έβγα ταίρι μου πιάσε το χέρι μου”
Τα τσούρμα θα σμίξουν στο Καλό Πηγάδι κι από εκεί, μετά το μεγάλο χορό, θα κατηφορίσουν όλα μαζί στο λιμάνι όπου οι καφενέδες και οι ταβέρνες έχουν ήδη χαθεί από την τσίκνα των κρεατικών στα κάρβουνα, ενώ στα καζάνια τους κοχλάζει η πηχτή κι ο πατσάς…
Το καρναβάλι δεν ξεχωρίζει τη μέρα απ’ τη νύχτα, είναι μια ωδή στην αιώνια ζωή…
