Του Γιώργου Σανιδά
(ή τσαλαβ’τώντας στη σκιαθίτικη διάλεκτο…)
‘’Βρέχει οὐρανὸς καὶ βρέχουμαι,
ξενάκ᾽ εἶμαι καὶ ντρέπουμαι.’’
Ψέλνει ο Παπαδιαμάντης το τραγούδι του
απ’ ‘’ Το σπιτάκι στο λιβάδι’’
έχοντας κατά νου το άτομό του
που τριγυρνά ρακένδυτο στα γλιστερά σοκάκια
της πόλης ‘’της δουλοπαροικίας και των πλουτοκρατών’’.
Την ώρα που έχει πιάσει ένα ραγάνι ασύλληπτο,
και έχουν ανοίξει οι ουρανοί
και ρίχνει δρουλάπ’ μαστιγωτό, ανελέητο
Και είναι, λούτσα, κναδ, πιστίλ’, κατά τα προσφιλή του σκιαθίτικα,
μούσκεμα μέχρι το κόκκαλο
και βιάζεται να γυρίσει στο μοναδικό δωμάτιό του
κάπου στο βάθος μιας αυλής θαυμάτων,
Μα κι εκεί τον περιμένει μέγας σταλαμός!
Όλα στραβά γι’ αυτόν που σαν παιδάκι στο νησάκι του
τον είχανε μη στάξει και μη βρέξει
κι έφερνε η μανίτσα του
το παξιμάδι του βρεμένο.
Μα δεν είναι ώρα αυτή να κλαψουρίζει.
Πρέπει να στρωθεί στο γράψιμο
γιατί άμα δε βρέξει κώλο, ψάρια δε θα φάει
κι ότι βρέξει τελικά ας κατεβασ’…
Ζωγραφική Δημήτρης Μοράρος









