Η πρόσφατη υποβρύχια αρχαιολογική αποστολή στην Φάρος της Αλεξάνδρειας επαναφέρει στο προσκήνιο ένα από τα σημαντικότερα τεχνολογικά και αρχιτεκτονικά επιτεύγματα της αρχαιότητας. Μετά από περισσότερο από 16 αιώνες στον βυθό της Μεσογείου, μεγάλα τμήματα του μνημείου ανασύρθηκαν από το Ανατολικό Λιμάνι της Αλεξάνδρειας, προσφέροντας νέα δεδομένα για την πραγματική μορφή και την κατασκευή του.
Οι αρχαιολόγοι ανέλκυσαν 22 ογκώδεις λίθους από γρανίτη και ασβεστόλιθο, με βάρος που φτάνει έως και 80 τόνους ο καθένας. Τα στοιχεία φαίνεται να ανήκουν στην κεντρική είσοδο και στα χαμηλότερα δομικά επίπεδα του φάρου.
Μεταξύ των ευρημάτων περιλαμβάνονται:
- υπέρθυρα (δοκοί πάνω από θύρες),
- πλαϊνοί ορθοστάτες,
- μεγάλες πλάκες δαπέδου και κατωφλίου,
- τμήματα που πιθανόν σχημάτιζαν μνημειακή πύλη.
Η μορφολογία τους υποδηλώνει συνδυασμό ελληνιστικής μηχανικής και αιγυπτιακής μνημειακής αισθητικής, κάτι που ενισχύει την άποψη ότι ο φάρος δεν ήταν απλώς τεχνικό έργο, αλλά και σύμβολο εξουσίας και πολιτισμού.
Η ομάδα εφαρμόζει σύγχρονες τεχνικές τεκμηρίωσης και συντήρησης:
- πλήρης φωτογραμμετρική καταγραφή 360° κάθε λίθου,
- δημιουργία τρισδιάστατων ψηφιακών μοντέλων υψηλής ακρίβειας,
- σταδιακός καθαρισμός και σταθεροποίηση, ώστε να αποφευχθούν ρωγμές από την απότομη έκθεση στον αέρα,
- σύνθεση ενός «ψηφιακού διδύμου» του μνημείου.
Με αυτό τον τρόπο, οι ερευνητές μπορούν να «κουμπώσουν» εικονικά τα κομμάτια μεταξύ τους και να δοκιμάσουν σενάρια ανακατασκευής χωρίς να αγγίξουν φυσικά τα εύθραυστα υλικά.
Τα νέα στοιχεία επιτρέπουν:
- πιο ακριβή εκτίμηση της γεωμετρίας της βάσης και της εισόδου,
- καλύτερη κατανόηση της στατικής και της μηχανικής του κτιρίου,
- αναθεώρηση παλαιότερων θεωριών για το ύψος και τη διαμόρφωση των επιπέδων.
Ο φάρος θεωρείται ότι ξεπερνούσε τα 100 μέτρα ύψος, καθιστώντας τον ένα από τα ψηλότερα ανθρώπινα κατασκευάσματα της εποχής του. Χτίστηκε τον 3ο αιώνα π.Χ. επί Πτολεμαίων και λειτουργούσε ως κρίσιμος οδηγός ναυσιπλοΐας σε ένα από τα πιο πολυσύχναστα λιμάνια της Μεσογείου. Σεισμοί και σταδιακές καταρρεύσεις στον Μεσαίωνα οδήγησαν τελικά στη βύθισή του.
Η ανακάλυψη δεν είναι απλώς αρχαιολογική είδηση. Έχει ευρύτερη αξία:
- για την ιστορία της αρχαίας μηχανικής,
- για την κατανόηση της εξέλιξης των φάρων και της ναυσιπλοΐας,
- για ψηφιακές αναπαραστάσεις και εκπαιδευτικές εφαρμογές,
- για πιθανές μελλοντικές εικονικές περιηγήσεις στο μνημείο.
Με λίγα λόγια, ο φάρος δεν «ανακατασκευάζεται» μόνο με πέτρες, αλλά και με δεδομένα.
