Του Γιώργου Σανιδά
Υπάρχουν σιωπές και σιωπές. Καμία όμως δεν μπορεί να συγκριθεί με τη σιωπή της προσμονής. Εκείνη που παρατείνει την αγωνία και υγραίνει τις ελπίδες που σιγοκαίνε πίσω απ’ τα παράθυρα. Τη σιωπή που απλώνεται στα σοκάκια σαν τη σκιά καθώς περιμένεις ν’ ακούσεις τη φωνή του ταχυδρόμου, του άγγελου των ειδήσεων και δη των καλών.
Ο ταχυδρόμος ή ο διανομέας, ήταν επί ένα και πλέον αιώνα, ο κομιστής των νέων των οικείων σου, των προσφιλών προσώπων σου που έλειπαν μακριά στα ξένα και μάλιστα στις άγριες θάλασσες και τους ψυχρούς ωκεανούς. Κι έχει σταθερά η φτωχή μας χώρα άλλες δυο χώρες μεταναστών και ξενιτεμένων σκόρπιες σε άλλους κόσμους…
-Μίτσα, Μίτσα!… φώναζε αραιά και που από το καλντερίμι ο κυρ- Θανάσης κι η μάνα μου, που καταλάβαινε από τον τόνο της φωνής του πως ο αποστολέας ήταν ο ναυτικός πατέρας μου, πέταγε ως το δρόμο με την καρδιά της να φτεροκοπά. Κι εγώ περίμενα στην πόρτα να πάρω τον φάκελο στα χέρια μου για να δω αν το γραμματόσημό του έλλειπε απ’ τη συλλογή μου και να ψηλαφίσω το πριεχόμενό του μήπως κρύβει καμιά κάρτα μ’ εκείνες τις παράξενες πολιτείες ή τα εξωτικά τοπία που με ταξίσευαν…Κι αν τίποτα από τα δυο δεν συνάβαινε, περίμενα να ανοίξει η μάνα μου το γράμμα και να μου διαβάσει πως κάποιο αλλόκοτο παιχνίδι μου αγόρασε ο πατέρας απ’ τις προηγμένες πολιτείες και θα μου το’ φερνε όταν με το καλό τελείωνε το μπάρκο του.
Ο κυρ- Θανάσης, θεός σχωρέστον, ήταν για τις συζύγους, τα παιδιά και τις μανάδες, τους παππούδες και τις γιαγιάδες που έμεναν πίσω στα πάτρια εδάφη, εφάμιλλος με τον αρχαίο Ερμή, ένας μικρός θεός που νόμιζαν πως στη μεγάλη πέτσινη τσάντα του με τα λεπτά μακριά λουριά, κουβαλά τις χαρές και τις λύπες όλου του χωριού.
Μα και για τις ανύπαντρες κόρες ήταν ο πιο έμπιστος φίλος τους καθώς τους έφερνε τα μυρωμένα γράμματα απ’ τους αγαπημένους τους γιομάτα μέσα με καρδούλες. Μόνο που για εκείνες δεν φώναζε τ’ όνομά τους. Ένα συνθηματικό σφύριγμα απ’ το δρόμο, σχεδόν σαν κλέφτικο, αρκούσε για να πεταχτούν ως πτερόεντα στρουθία…
