Του Γιώργου Σανιδά
Κοχύλι ονομάζεται η μεσημβρινή εσχατιά της πολίχνης της Σκιάθου, μια απότομη, βραχώδη και άχτιστη ακόμα πλαγιά πάνω από τη θάλασσα σαν όρθια μπουρού, με άγρια βλάστηση από δέντρα, αλμυρίκια και πουρνάρια που ξεκινά απ’ τα μνημούρια και εκτείνετε ως τις Πλάκες κλείνοντας, όπως τον κοιτάς απ’ τη στεριά κι από αριστερά, τον ευρύχωρο κόλπο της Μεγάλης Άμμου.
Έχει συνδεθεί με το αριστουργηματικό διήγημα του Παπαδιαμάντη, “το μυρολόγι της φώκιας”. Εδώ κατέβαινε η γριά Λούκαινα να πλύνει τα σκουτιά στο “κῦμα τὸ ἁλμυρόν, καὶ νὰ τὰ ξεγλυκάνῃ στὸ Γλυφονέρι”. Εδώ η εγόννα της η Ακριβούλα έχασε το μονοπάτι, παραπάτησε “εγλίστρησε κ᾿ ἔπεσε, μπλούμ! εἰς τὸ κῦμα “”!
Εδώ ξέβρασε η θάλασσα και το σώμα του άτυχου Κώστα Σταματάκη στο άλλο σπουδαίο διήγημα “ο νεκρός ταξιδιώτης”, το οποίο έσπρωξε ο αέρας, αφού έκανε σχεδόν το γύρο του νησιού, ακριβώς κάτω απ’ “τὸ Κοιμητήριον, καὶ εἰς τὰ κλίτη τοῦ ὁποίου ἐκυλίοντο ἀενάως πρὸς τὴν θάλασσαν τὴν πανδέγμονα τεμάχια σαπρῶν ξύλων ἀπὸ ξεχώματα, ἤτοι ἀνακομιδὰς ἀνθρωπίνων σκελετῶν, λείψανα ἀπὸ χρυσὲς γόβες ἢ χρυσοκέντητα ὑποκάμισα νεαρῶν γυναικῶν, συνταφέντα ποτὲ μαζί των, βόστρυχοι ἀπὸ κόμας ξανθάς, καὶ ἄλλα τοῦ θανάτου λάφυρα”.

Το Κοχύλι λοιπόν είναι στον κόσμο του Παπαδιαμάντη, η πύλη του Άδη την οποία φυλάσσουν, αντί για τον Κέρβερο, γολέτες και φώκιες.
Το Κοχύλι ως αλώνι του χάρου, συνδεδεμένο άρρηκτα με τη δύση του ήλιου και την αμφιλύκη, συμβολίζει την ματαιότητα των εγκοσμίων κι ότι δεν έχουν ” ποτὲ τελειωμὸ τὰ πάθια κ᾿ οἱ καημοὶ τοῦ κόσμου¨”.
Μακάρι να μείνει η περιοχή, κατά το δυνατόν, ανέγγιχτη απ’ τον τσιμεντένιο “πολιτισμό” μας…
(απόσπασμα από το βιβλίο ‘’ΑΘΕΑΤΗ ΣΚΙΑΘΟΣ’’)
φωτογραφίες του Βασίλη Α. Πίτσου