Του Γιώργου Σανιδά
Στα χρόνια της Κατοχής στη Σκιάθο δούλευαν οι ανεμόμυλοι και γλύτωσαν τον κόσμο από μεγάλη πείνα. Οι γυναίκες ζύμωναν ψωμί στα σπίτια τους κι υπήρχε πάντα στο πεσκίρι μέσα στο κρεμαστό φανάρι.
Το ψωμί που ζυμώνεται με προζύμι το έλεγαν στη Σκιάθο ανεβαστό*. Όταν το έκαναν ήξεραν πως μόλις το φουρνίσουν θα μαζωχτούνε οι μπόμπιρες της γειτονιάς από τη μυρωδιά κι οι άδειες κοιλιές τους θα γουργουρίζουν λαίμαργα.
Έτσι, απ’ το ζυμωμένο ανεβαστό ζυμάρι έκοβαν μικρά κομματάκια και τους έδιναν σχήμα κυλινδρικό και επιμήκη επάνω στο πλαστήρι. Τα φούρνιζαν λοιπόν μαζί με το ψωμί και φίλευαν τα νηστικά της γειτονιάς που ξετρελαίνονταν με δαύτα.

Αυτά τα ψωμοκούλουρα τα λέγαν κλίκια.
Η λέξη δεν είναι σκιαθίτικη καθώς τη συναντάμε και σε άλλα μέρη, επίσης ως κουλουράκι αλλά και σαν τσουρέκι. Συνδέεται μάλιστα και με παραδόσεις όπως του γάμου στο Ρουμλούκι της Ημαθείας όπου κατά τον χορό των νιόπαντρων ‘’η νουνά στέκεται πίσω από τη νύφη και της βάζει στο κεφάλι ένα μικρό κουλούρι, το κλίκι, με παράδες κολλημένους, ενώ ο νουνός της καρφώνει χαρτονομίσματα….’’**
Η λέξη προέρχεται από τη βυζαντινή κολλίκιον, με κώφωση του ο (< κόλλιξ «είδος πίτας»)***.
Η έξις των παιδιών για το κλίκι κράτησε φυσικά και μετά την Κατοχή και για όσα χρόνια ζύμωναν οι γυναίκες, εκείνα έτρεχαν πίσω απ’ τη μυρουδιά του. Μόνο ο μικρός Γιαννάκης επάνω στα Κοτρώνια, δεν συγκινούνταν απ’ τα ζυμώματα της Μαριγώς κι αντί να πάει εκείνος στο σπίτι της να τον φιλέψει, ερχόταν το Μαριγώ έξω απ’ το παραθύρι του και φώναζε: “Γιαννάκη έλα, κλίκι!”.
Ο Γιαννάκης έβγαινε τότε στο παραθύρι και το έπαιρνε για να το μασουλήσει ξεχνώντας για λίγο πως οι Γερμανοί σκοτώσαν τον πατέρα του…
*Παπά- Γιώργης Ρήγας ‘Σκιάθου λαικός πολιτισμός’ τόμος Δ, σελ. 30







