Αγιαστήρι
/agʝaˈsti.ri/ • ουσ.
Μεταλλικό δοχείο που χρησιμοποιείται για τη φύλαξη και τη μεταφορά του αγιασμένου νερού κατά τις τελετές του αγιασμού και τις ευλογίες των σπιτιών. Το πώμα του προστάτευε το περιεχόμενό του, ώστε ο αγιασμός να διατηρείται καθαρός και να χρησιμοποιείται όποτε χρειαζόταν.
Στο σκιαθίτικο σπίτι, το αγιαστήρι αποτελούσε διακριτικό αλλά ουσιαστικό στοιχείο της οικιακής ζωής. Ο αγιασμός συνόδευε την αρχή ενός νέου μήνα, μιας νέας εποχής, μιας νέας πορείας, υπενθυμίζοντας πως η καθημερινότητα μπορούσε να ξεκινά με μια ευχή.[1]
[1]Υλική μαρτυρία της σύνδεσης ανάμεσα στον οικιακό χώρο, τον λειτουργικό χρόνο και τη θρησκευτική παράδοση των νησιωτικών κοινοτήτων.
~
The Index of Skiathitiko Spiti
Object 005
Holy Water Vessel (noun)
A metal vessel used for storing and carrying holy water during blessings and religious rites. Its stopper protected the holy water so it could be preserved and used whenever needed.
In the traditional household of Skiathos, the holy water vessel formed part of everyday domestic life. Holy water often marked the beginning of a new month, a new season, or a new chapter, reflecting the belief that ordinary life could begin with a blessing.[1]
[1] A material testimony to the close relationship between domestic life, ritual time, and religious tradition in island communities.





