Η ίδρυση του χορευτικού και της Δημοτικής Ιματιοθήκης του Δήμου Σκοπέλου έκανε μια σπουδαία πολιτιστική και λαογραφική δουλειά, ευαισθητοποιήσε τους κατοίκους και τους νέους σχετικά με την λαϊκή παράδοση, άνοιξε τα μπαούλα και βγήκαν οι φορεσιές που επι πολλές δεκαετίες είχαν κλειστεί στο σκοτάδι, οι κοντούρες περπάτησαν ξανά στα σοκάκια, οι φουστανέλες και οι βράκες καμαρωτές σεργιάνισαν σ’ όλο το νησί, το ΜΟΡΚΟ άρχισε να αποκτά ξανά την χαμένη αίγλη του και την ξεχασμένη του αξία και άρχισαν να διασώζονται οι πανέμορφες, σπάνιες φορεσιές μας που μέχρι τότε πωλούνταν, γινόντουσαν κάδρα ή μαξιλάρια και χάνονταν στη λήθη.
Το Μόρκο που φέρει πάνω του κεντημένη την τοπική ιστορία του τόπου μας ήταν γέννημα των πλούσιων καραβοκύρηδων και ναυπηγών. Ο ποδόγυρος του φουστανιού ειχε εισαγόμενο θέμα που έφερναν με την επιστροφή τους οι σκοπελίτες άνδρες της θάλασσας απο τα λιμάνια της Μαύρης θάλασσας, της Μπραϊλας και της Κωνσταντινούπολης, αρχικά υπήρξε υφαντός με την ονομασία στόφα που σημαίνει το ύφασμα καλής ποιότητας.
Με τον μαρασμό της εμπορικής ναυτιλίας στην Σκόπελο και την παύση της πλεύσης των σκοπελίτικων σκαριών στις θάλασσες του Αιγαίου και της Μεσογείου, έπαψε και η εισαγωγή όλων των “καλών” που ενσωματώθηκαν στην Σκοπελίτικη παράδοση όπως υφάσματα, έπιπλα, γυαλικά κ.α. οι Σκοπελίτισσες όμως ως καπάτσες και πνεύμα ανήσυχο σκέφτηκαν να ξεσηκωσουν το σχέδιο της νυφικής φορεσιάς και έπειτα απο πολλές δοκιμές πέτυχαν να το κεντήσουν πάνω σε μαύρο ύφασμα για να επιτευχθεί πιο έντονη χρωματική αντίθεση….η γλάστρα με το λουλούδι είχε γίνει πια συρμός, το φουστάνι με τον κεντητό ποδόγυρο ονομάστηκε και αυτό Μόρκο, ονομασία που προυπήρχε και δήλωνε τα σκουρόχρωμα φουστάνια, το Μόρκο με την γλάστρα έγινε το σήμα κατατεθέν της Σκοπελίτικης ενδυμασίας και παράδοσης.
Αναδημοσιεύση απο το 2024






