Υπάρχουν δύο τρόποι να αντιμετωπίζει μια Δημοτική Αρχή την αντιπολίτευση. Ο πρώτος είναι να τη βλέπει ως θεσμικό συνομιλητή, με δικαίωμα στην ενημέρωση και στον έλεγχο. Ο δεύτερος είναι να αντιμετωπίζει κάθε ερώτηση ως ενόχληση που πρέπει να μπει στο συρτάρι.
Στη Σκιάθο φαίνεται πως επιλέχθηκε ο δεύτερος δρόμος.
Αφορμή, το Τοπικό Πολεοδομικό Σχέδιο, ίσως η σημαντικότερη μελέτη που θα καθορίσει το μέλλον του νησιού για τις επόμενες δεκαετίες. Αντί όμως να επιδιωχθεί μια ανοιχτή συζήτηση, με ενημέρωση όλων των δημοτικών παρατάξεων και των φορέων, η απάντηση ήταν λίγο-πολύ ότι «δεν είναι η ώρα» και πως το θέμα δεν χρειάζεται καν να συζητηθεί στο Δημοτικό Συμβούλιο.
Παράδοξο. Όταν πρόκειται για το μέλλον των χρήσεων γης, της δόμησης και της ανάπτυξης της Σκιάθου, θα περίμενε κανείς η Δημοτική Αρχή να επιδιώκει τη μεγαλύτερη δυνατή διαφάνεια και όχι να περιορίζει τον διάλογο στα απολύτως απαραίτητα.
Ακόμη μεγαλύτερα ερωτήματα προκαλεί η συζήτηση γύρω από την εκπροσώπηση του Δήμου στην Επιτροπή Παρακολούθησης της μελέτης. Αντί να δοθούν σαφείς απαντήσεις στα ερωτήματα που τέθηκαν, επιλέχθηκε μια γενική αναφορά στις διαδικασίες του ΥΠΕΝ και του ΤΕΕ, αφήνοντας αναπάντητα τα ζητήματα που έθεσε η αντιπολίτευση.
Η επίκληση του νέου Κώδικα Αυτοδιοίκησης μπορεί να αποτελεί νομική ερμηνεία. Δεν αποτελεί όμως πολιτική απάντηση. Γιατί η διαφάνεια, η λογοδοσία και η ενημέρωση δεν επιβάλλονται μόνο από τους νόμους. Είναι πρωτίστως θέμα πολιτικής κουλτούρας.
Στο τέλος της ημέρας, οι πολίτες δεν ενδιαφέρονται ποιος επικαλείται ποιο άρθρο νόμου. Θέλουν να γνωρίζουν τι σχεδιάζεται για τον τόπο τους και γιατί αποφεύγεται η δημόσια συζήτηση γύρω από ένα τόσο κρίσιμο ζήτημα.
Γιατί όταν η ενημέρωση αντιμετωπίζεται ως χάρη και όχι ως υποχρέωση, τότε η καχυποψία δεν γεννιέται από την αντιπολίτευση.
Τη δημιουργεί η ίδια η διοίκηση.






