Επιμέλεια-Γεώργιος Σανιδάς
SkiathosVoice.gr

Με το που έμαθαν οι ντόπιοι πως έρχονται οι Γερμανοί μετά την απαγωγή του Μιλεούνη στο νησί, πήραν τα βουνά κι η κάθε οικογένεια έψαχνε καλύβι ν’ απαγκιάσει και να κρυφτεί απ’ την οργή τους.
Ο μπάρμπα Μάρκος με τη γυναίκα, τους διό του γιούς και τις διό του κόρες, πήγε πρώτα στα Βρουλίδια όπου είχαν δικό τους καλυβάκι μέσα στον ελιώνα τους. Τον έτρωγε όμως που το κτήμα ήταν σιμά στο χωριό και την άλλη μέρα πήρε τη φαμίλια του κι ανέβηκαν στον Αη Ταξάρχη. Κόσμος πολύς κάθονταν κατάχαμα πάνω στα κιλίμια τους δίπλα στην ασίγαστη βρύση και αναρωτιόταν τι τους περιμένει απ’ τους αδίσταχτους κατακτητές που από ώρα σε ώρα θα έφθαναν.
Ο μπάρμπα Μάρκος δεν είχε όρεξη για κουβέντα. Τράβηξαν βορειότερα, στη Μονή του Ευαγγελίστριας. Μπήκαν και άναψαν κεριά κι ασπάστηκαν την εικόνα της. Ύστερα βγήκαν απ’ το πισωπόρτι που οδηγεί στο ρέμα του Λεχουνιού. Χώθηκαν μέσα του σκεπασμένοι απ’ τα αιωνόβια πανύψηλα πλατάνια. Τα παιδιά χαίρονταν ανυποψίαστα το νερό που δρόσιζε τα γυμνά τους πόδια, μα το ζευγάρι ήταν σ’ αναμμένα κάρβουνα για το που θα καταλαγιάσουν .
Μα να, λίγο πιο κάτω έπεσαν πάνω σ’ ένα αδειανό καλύβι. Άνοιξαν την πόρτα του και κράτησαν τη μύτη τους απ’ την αποφορά της καβαλίνας. Σουρούπωνε όμως και δεν είχαν άλλη επιλογή απ’ το να μείνουνε εκεί.
Αποφάσισαν να κοιμηθούν όλοι τους έξω απ’ το καλύβι καθώς ήταν Αύγουστος μήνας κι οι βραδιές γλυκές ακόμα.
Με το ξημέρωμα άκουσαν τρίξιμο από βήματα πάνω στις φτέρες και κοπήκαν τα γόνατά τους. Ήταν απλά ένας τσομπάνης που κατέβαινε με λίγα προβατάκια στην ακροθαλασσιά όπου σχηματίζεται μια αγκάλη από άμμο και βράχια.
-Να φοβάστε, τους είπε, όταν ακούσετε γαύγισμα από σκυλί εδώ μέσα στην ερημιά. Ετούτο το άτιμο σκούζει μόνο όταν προαισθανθεί κακό…
Όσο προχωρούσε η μέρα, οι γονείς συμμάζευαν το καλύβι και τα παιδιά ξεπάτωναν τα γινωμένα σύκα απ’ τις διάσπαρτες εδώ κι εκεί αγριοσυκιές για να έχουν να μασουλίσουν κάτι το μεσημέρι.
Δεν άργησε όμως ν’ ακουστεί το γόγγυσμα του αθέατου σκυλιού για το οποίο τους είχε προειδοποιήσει ο τσομπάνης…
Ο Μάρκος μαζί με τους διό του γιούς, έτρεξαν τότε στο μοναστήρι. Το βρήκαν έρημο από καλογέρους μα, όπως έρχονταν απ’ το ρέμα, πρόλαβαν να τους δουν ν’ ανεβαίνουν κρατώντας τα ράσα τους, στο πλάτωμα απ’ όπου φαινόταν το χωριό κάτω κι η θάλασσα.
Κινήθηκαν πάνω στα χνάρια τους και σαν έφτασαν είδαν κι αυτοί τις πύρινες γλώσσες που ξεχύνονταν στον αέρα βγαίνοντας μέσα απ’ τα φλεγόμενα σπίτια κι η καρδιά τους πάγωσε. Οι καλογέροι έκαναν τότε συνεχώς το σταυρό τους κοιτάζοντας ψηλά, τον κατάμαυρο ουρανό..,
ΥΓ:Η Φωτογραφία είναι απεικόνιση και δεν είναι πραγματική







