Του Γιώργου Σανιδά
“… Όταν έμπαινε για τα καλά το φθινόπωρο με τις βροχές και τις καταιγίδες του, έφευγε η μελαγχολία που προκαλούσε η αποχώρηση των παραθεριστών. Ώσπου η απόλυτη ηρεμία που επανερχόταν στον τόπο κατά τα τέλη του Οκτώμβρη, έκανε ελαφρύτερο το φορτίο της απομόνωσης του επερχόμενου χειμώνα.
Ταυτόχρονα με τη μοναξιά, αισθανόμαστε και μια τεράστια ανακούφιση απ’ όλο αυτό το φευγιό καθώς μας φαίνονταν πως η παρουσία των πολυάριθμων επισκεπτών στερούσε την ησυχία και τη ξεγνοιασιά μας. Στους μεγαλύτερους σταματούσε κι η κούραση απ’ τις ατέλειωτες δουλειές του καλοκαιριού.
Έτσι γρήγορα προσαρμοζόμασταν στα παλιά δεδομένα, ξανα βρίσκαμε τον τόπο που αγαπούσαμε κι απολαμβάναμε την ομιλούσα σιωπή του αφού σώπαιναν ως και οι τζίτζικες. Η μυρωδιά του χώματος και των πεσμένων φύλλων που τα μούσκευαν τα ‘δάκρυα του Θεού’ κι η αλμύρα της θάλασσας, μας επανέφεραν στη δική μας μοναδική ατμόσφαιρα που δεν χρειαζόταν πια υποκρισίες και συμβιβασμούς…”
απόσπασμα απ’ το βιβλίο ”.Δεν Χάθηκαν Όλα”






