Του Γιώργου Σανιδά
Ένα λιμάνι δεν είνσι απλά εικόνες για καρτ ποστάλ. Είναι κυρίως οι άνθρωποί του. Δεν αναφέρομαι σήμερα στους ψαράδες, τους θαμώνες, τους περαστικούς, τους επιχειρηματίες, τους εργαζόμενους και όλους τους άλλους που συνθέτουν την ψυχή του για τους οποίους είναι πρόδηλος ο λόγος που βρίσκονται εκεί. Μα σε κάποιους άλλους, συνήθως αφανείς, που έχουν ταυτίσει όλη τους τη ζωή μαζί του από μια αόρατη αιτία, ωστόσο γερή σαν καραβόσκοινο, την οποία ούτε οι ίδιοι γνωρίζουν καθώς κρύβεται βαθιά μέσα στο υποσυνείδητό τους. ‘’Μυστηριώδες θέλγητρον΄΄ αποτελεί το γραφικό λιμάνι γι’ αυτούς, ασκεί επάνω τους ανερμήνευτη γοητεία, ένας μαγνήτης που τους τραβά μόνιμα κοντά του.
Όποτε και να κατεβείς στο παλιό λιμάνι της Σκιάθου, ιδίως το χειμώνα που αδειάζει από κόσμο, θα συναντήσεις, τουλάχιστον τον έναν απ’ τους δυο, τους δίδυμους αδελφούς Αθανασίου, τον Στάθη και τον Κωσταντή.
Εκεί ξόδεψαν όλη τη ζωή τους, εκεί βρήκαν το νόημά της και δεν το μετάνιωσαν μέχρι και σήμερα. Εκεί βγάζουν το μεροκάματο ως βαστάζοι ή μαστοράκια ή γκαρσόνια ή πλήρωμα στα εκδρομικά. Ακόμα και ‘’καπεταναίοι’’ στη βάρκα τους ή σε σκάφη σαν κι αυτό της φωτογραφίας όπου ο Στάθης βολτάρει τον κο Kostis Morellas
Κι πετονιές τους μόνιμα ριγμένες στο γιαλό και δεμένες στην άκρη του μουράγιου όπου τις έμαθαν να ψαρεύουν μοναχές τους.
Εξηντάχρονα παιδιά μάλαμα, πρόθυμα, εξυπηρετικά, που στόμα έχουν και μιλιά δεν βγάζουν κι άμα τσατιστούν καμιά φορά, τότε είναι που μοιάζουν πιο πολύ παιδιά. Ανταποδίδουν το χαιρετισμό μ’ ένα μειδίαμα κι εσύ γνωρίζεις πως ετούτο είναι το πιο γνήσιο χαμόγελο του λιμανιού καθώς δεν το σκιάζει κανενός είδους ιδιοτέλεια…








