Πίσω από την κοσμοπολίτικη βιτρίνα της Σκιάθου, το γαλάζιο του Αιγαίου και τις πολυσύχναστες παραλίες, κρύβεται ένας άλλος κόσμος, φτιαγμένος από ψίθυρους του παρελθόντος, οικογενειακές μυθολογίες και πέντε γενιές ιστορίας. Στην καρδιά της Χώρας, το «Σκιαθίτικο Σπίτι» αποτελεί μια ξεχωριστή πολιτιστική γωνιά, ένα ζωντανό open house που διασώζει την αυθεντική ψυχή του νησιού.
Οι δύο αδελφές, η Μαρένα Μάνεση (Αρχιτέκτων – Μουσειολόγος) και η Φωτεινή Μάνεση (Παιδαγωγός), μεγάλωσαν μέσα σε αυτό το αρχοντικό που ανάγεται χρονικά στο 1910, ανάμεσα σε ιστορικά κειμήλια που για εκείνες είχαν τη φυσικότητα των καθημερινών αντικειμένων. Το 2017 πήραν τη γενναία απόφαση να ανοίξουν τις πόρτες του πατρικού τους στο κοινό, μετατρέποντας την ιδιοκτησία σε ευθύνη και την παράδοση σε έναν διαρκή, ζωντανό διάλογο με τον σύγχρονο επισκέπτη.
Στη συνέντευξη που ακολουθεί, οι δύο δημιουργοί ξετυλίγουν τις αναμνήσεις τους, μιλούν για το συγκλονιστικό περιστατικό της Κατοχής που έσωσε το οίκημα, τη σύμπραξη των επιστημών τους και την ανάγκη να ακούσουμε ξανά την ιστορία των τόπων μας πέρα από την επιφανειακή κατανάλωση εικόνων.

Πώς ήταν η καθημερινότητα για δύο μικρά κορίτσια που μεγάλωναν σε ένα σπίτι γεμάτο ιστορικά κειμήλια και πότε συνειδητοποιήσατε ότι το πατρικό σας δεν είναι ένα «συνηθισμένο» σπίτι;
Για εμάς, στην αρχή, δεν ήταν ένα «ιστορικό σπίτι». Ήταν απλώς το σπίτι μας. Εκεί όπου μεγαλώναμε, εκεί όπου ακούγαμε τις οικογενειακές ιστορίες, εκεί όπου τα αντικείμενα δεν ήταν εκθέματα αλλά μέρος της καθημερινότητάς μας. Ένα παλιό έπιπλο, μια φωτογραφία, ένα κέντημα, ένα βιβλίο είχαν για εμάς τη φυσικότητα που έχει σήμερα ένα σύγχρονο αντικείμενο.
Μεγαλώνοντας, όμως, αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε ότι αυτά που θεωρούσαμε αυτονόητα ήταν, στην πραγματικότητα, κομμάτια μιας ζωής που είχε περάσει. Και ίσως εκεί βρίσκεται η ιδιαιτερότητα ενός παλιού σπιτιού: δεν σου μιλάει από την πρώτη στιγμή. Σε αφήνει να μεγαλώσεις μαζί του και, κάποτε, αρχίζεις να ακούς τη σιωπή του.
Η ιστορία με το πορτρέτο των βασιλέων που απέτρεψε τους Γερμανούς από το να κάψουν το σπίτι είναι συγκλονιστική. Ποια συναισθήματα σας γεννιούνται κάθε φορά που την αφηγείστε στους επισκέπτες;
Αισθανόμαστε πρώτα απ’ όλα δέος απέναντι στην ίδια τη μνήμη. Γιατί η ιστορία αυτή μας θυμίζει ότι ένα σπίτι μπορεί, σε μια κρίσιμη στιγμή, να βρεθεί στο σταυροδρόμι της μεγάλης Ιστορίας και της μικρής, οικογενειακής ιστορίας.
Κάθε φορά που τη διηγούμαστε, νιώθουμε πως δεν αφηγούμαστε απλώς ένα περιστατικό που συνέβη. Αφηγούμαστε μια στιγμή κατά την οποία ένα αντικείμενο, ένα πορτρέτο, στάθηκε σαν σιωπηλός μάρτυρας και, κατά έναν σχεδόν παράδοξο τρόπο, συνδέθηκε με τη μοίρα ολόκληρου του σπιτιού.
Και ίσως αυτό είναι το πιο συγκλονιστικό στοιχείο της προφορικής παράδοσης: όσο περνούν τα χρόνια, η ιστορία δεν μικραίνει. Βαθαίνει.

Ποια ήταν η ακριβής στιγμή που είπατε «θα μετατρέψουμε το σπίτι μας σε Μουσείο»; Υπήρξε κάποιο συγκεκριμένο γεγονός που σας ώθησε σε αυτή την απόφαση;
Δεν υπήρξε μία μόνο στιγμή. Ήταν περισσότερο μια αργή συνειδητοποίηση, σαν εκείνες τις αποφάσεις που ωριμάζουν μέσα στον άνθρωπο χωρίς θόρυβο.
Κάποια στιγμή καταλάβαμε ότι το σπίτι δεν μας ανήκε μόνο με την έννοια της ιδιοκτησίας. Μας είχε παραδοθεί ως ευθύνη. Και όταν ένα αντικείμενο έχει περάσει από πέντε γενιές, δεν το κατέχεις πραγματικά· το κρατάς προσωρινά, μέχρι να το παραδώσεις στην επόμενη.
Έτσι το 2017 το «Σκιαθίτικο Σπίτι» άνοιξε τις πόρτες του στο κοινό.
Έτσι γεννήθηκε η σκέψη του μουσείου. Όχι ως μετατροπή ενός σπιτιού σε χώρο έκθεσης, αλλά ως προσπάθεια να παραμείνει ζωντανή μια οικογενειακή και τοπική μνήμη. Να μη γίνει η παράδοση απλώς ανάμνηση, αλλά να συνεχίσει να συνομιλεί με τους ανθρώπους.
Μαρένα, έχεις σπουδάσει Αρχιτεκτονική και Μουσειολογία, ενώ εσύ, Φωτεινή, Παιδαγωγικά. Πώς συνεργάστηκαν αυτές οι δύο διαφορετικές επιστήμες για να στηθεί και να λειτουργήσει το Σκιαθίτικο Σπίτι;
Ίσως τελικά δεν είναι τόσο διαφορετικές όσο φαίνονται. Η Αρχιτεκτονική μάς βοηθά να κατανοήσουμε τον χώρο και τη σχέση του ανθρώπου με αυτόν, ενώ τα Παιδαγωγικά μάς βοηθούν να κατανοήσουμε τον άνθρωπο που έρχεται να τον γνωρίσει.
Το σπίτι έπρεπε να διατηρηθεί χωρίς να χάσει την ψυχή του, αλλά ταυτόχρονα έπρεπε να μπορεί να «μιλήσει» στον σύγχρονο επισκέπτη. Αυτό απαιτεί και επιστημονική γνώση και ευαισθησία.
Για εμάς, λοιπόν, η συνεργασία μας είναι σαν δύο διαφορετικά μονοπάτια που οδηγούν στον ίδιο τόπο: η μία κοιτάζει τον χώρο και η άλλη τον άνθρωπο. Και το μουσείο γεννιέται ακριβώς εκεί, στη συνάντηση των δύο.


Αν έπρεπε να ξεχωρίσετε ένα μόνο αντικείμενο μέσα από τις πέντε γενιές της οικογένειάς σας που φιλοξενούνται στον χώρο, ποιο θα ήταν αυτό και ποια είναι η ιστορία του;
Είναι δύσκολο να ξεχωρίσουμε ένα μόνο αντικείμενο, γιατί κάθε αντικείμενο εδώ κουβαλά έναν άνθρωπο και κάθε άνθρωπος μια εποχή.
Αν όμως έπρεπε να διαλέξουμε, θα επιλέγαμε εκείνο που περισσότερο από την υλική του αξία διασώζει μια ανθρώπινη ιστορία. Γιατί αυτό είναι, ίσως, το ουσιαστικότερο στοιχείο της λαογραφίας: δεν ενδιαφέρεται μόνο για το αντικείμενο, αλλά για τα χέρια που το κράτησαν, για το σπίτι στο οποίο βρέθηκε, για τη ζωή που το περιέβαλε.
Ένα παλιό αντικείμενο είναι, κατά κάποιον τρόπο, ένας άνθρωπος που έχει χάσει τη φωνή του. Η δική μας δουλειά είναι να προσπαθήσουμε να του τη δώσουμε ξανά.
Πώς αντιδρά ο κόσμος (Έλληνες και ξένοι τουρίστες) όταν βλέπει ότι οι ξεναγοί του είναι οι ίδιες οι ιδιοκτήτριες και κληρονόμοι του κτιρίου;
Υπάρχει μια όμορφη έκπληξη. Ίσως γιατί ο επισκέπτης αντιλαμβάνεται αμέσως ότι δεν βρίσκεται απλώς μπροστά σε μια μουσειακή αφήγηση, αλλά μπροστά σε μια ζωντανή συνέχεια.
Όταν μιλάμε για τους ανθρώπους που έζησαν εδώ, δεν αναφερόμαστε σε απρόσωπες μορφές του παρελθόντος. Είναι οι άνθρωποι από τους οποίους προερχόμαστε. Και αυτή η προσωπική σχέση με την ιστορία δημιουργεί μια διαφορετική μορφή αφήγησης.
Οι ξένοι επισκέπτες, μάλιστα, συχνά συγκινούνται από κάτι που είναι παγκόσμιο: την ιδέα ότι ένα σπίτι μπορεί να λειτουργήσει ως κιβωτός μνήμης μιας οικογένειας και, ταυτόχρονα, ενός ολόκληρου τόπου.

Η Σκιάθος είναι ένας καλοκαιρινός, κοσμοπολίτικος προορισμός. Πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι να πείσετε τον σύγχρονο τουρίστα να αφιερώσει χρόνο για να γνωρίσει την αυθεντική, λαογραφική πλευρά του νησιού;
Είναι δύσκολο, γιατί ο σύγχρονος άνθρωπος ταξιδεύει πολλές φορές για να καταναλώσει εικόνες: τη θάλασσα, το τοπίο, το ηλιοβασίλεμα. Η παράδοση, όμως, απαιτεί κάτι διαφορετικό. Απαιτεί χρόνο, προσοχή και διάθεση να ακούσεις.
Εμείς προσπαθούμε να θυμίσουμε στον επισκέπτη ότι πίσω από την εικόνα της Σκιάθου υπάρχει ένας τόπος με ανθρώπους, συνήθειες, αγωνίες, χαρές, στερήσεις και όνειρα. Υπάρχει μια κοινωνία που έζησε πριν από την τουριστική της ταυτότητα.
Και ίσως η πραγματική γνωριμία με έναν τόπο αρχίζει όταν σταματάς να τον κοιτάζεις μόνο ως τοπίο και αρχίζεις να τον ακούς ως ιστορία.

Υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο μήνυμα ή κριτική στο βιβλίο εντυπώσεων του μουσείου που σας συγκίνησε ή σας έδωσε δύναμη να συνεχίσετε;
Μας συγκινούν ιδιαίτερα τα σχόλια ανθρώπων που γράφουν ότι, φεύγοντας, αισθάνθηκαν πως γνώρισαν όχι μόνο ένα σπίτι αλλά μια ολόκληρη εποχή.
Γιατί αυτός είναι ο πραγματικός σκοπός μας. Δεν θέλουμε ο επισκέπτης να θυμάται απλώς μερικά αντικείμενα. Θέλουμε να φύγει έχοντας μέσα του μια αίσθηση συνέχειας.
Και υπάρχουν στιγμές που ένας επισκέπτης γράφει λίγες μόνο λέξεις, αλλά αυτές οι λέξεις μας θυμίζουν γιατί αξίζει όλη αυτή η προσπάθεια. Γιατί η μνήμη, τελικά, δεν διασώζεται μόνο όταν την κρατάμε εμείς· διασώζεται όταν περνά από τον έναν άνθρωπο στον άλλον.
Πιστεύετε ότι οι ιδιωτικές πρωτοβουλίες διατήρησης της πολιτιστικής κληρονομιάς στην ελληνική επαρχία λαμβάνουν την απαραίτητη προσοχή και στήριξη από το κράτος ή τους τοπικούς φορείς;
Πιστεύουμε ότι υπάρχει ακόμη πολύς δρόμος. Η πολιτιστική κληρονομιά δεν βρίσκεται μόνο στα μεγάλα μουσεία και στα μνημεία που έχουν αναγνωριστεί επίσημα. Βρίσκεται και στα μικρά σπίτια, στα οικογενειακά αρχεία, στα αντικείμενα που διασώθηκαν από γενιά σε γενιά, στις προφορικές μαρτυρίες.
Αυτοί οι μικροί χώροι είναι συχνά η πιο ευάλωτη μορφή πολιτιστικής κληρονομιάς, γιατί εξαρτώνται από ανθρώπους και οικογένειες που αναλαμβάνουν μια ευθύνη πολύ μεγαλύτερη από την προσωπική τους δυνατότητα.
Θα θέλαμε μεγαλύτερη θεσμική αναγνώριση και ουσιαστική στήριξη. Όχι μόνο οικονομική. Και κυρίως μια αντίληψη ότι η πολιτιστική κληρονομιά δεν είναι πολυτέλεια. Είναι ο τρόπος με τον οποίο μια κοινωνία θυμάται ποια ήταν, ώστε να μπορεί να αποφασίσει ποια θέλει να γίνει.


Τι θα θέλατε να σκέφτεται ή να νιώθει ο επισκέπτης τη στιγμή που περνάει την πόρτα της εξόδου από το «Σκιαθίτικο Σπίτι»;
Θα θέλαμε να φεύγει λίγο πιο αργά απ’ όσο μπήκε.
Να έχει ίσως την αίσθηση ότι άγγιξε για λίγο έναν κόσμο που δεν υπάρχει πια, αλλά δεν έχει χαθεί εντελώς. Να καταλάβει ότι η παράδοση δεν είναι κάτι παλιό που το κοιτάμε από απόσταση· είναι κάτι που συνεχίζεται μέσα μας, συχνά χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε.
Και πάνω απ’ όλα, θα θέλαμε να φύγει με μια σκέψη: ότι κάθε σπίτι έχει τη δική του ιστορία, κάθε οικογένεια τη δική της μικρή μυθολογία και κάθε τόπος τη δική του μνήμη.
Γιατί ένα σπίτι δεν είναι μόνο οι τοίχοι του. Είναι οι άνθρωποι που έζησαν μέσα του, οι φωνές που ακούστηκαν, τα πράγματα που άγγιξαν, οι χαρές και οι απώλειες που φιλοξένησε. Και όταν μια πόρτα κλείνει πίσω μας, η ιστορία αυτού του σπιτιού δεν τελειώνει. Απλώς συνεχίζει να ταξιδεύει, από στόμα σε στόμα, από γενιά σε γενιά.
Η κουβέντα με τη Μαρένα και τη Φωτεινή Μάνεση μας θυμίζει ότι η παράδοση δεν είναι κάτι στατικό, αλλά μια ζωντανή σκυταλοδρομία γενεών. Το «Σκιαθίτικο Σπίτι» καταφέρνει να διασώσει την αυθεντική ψυχή του νησιού και να προσφέρει στον σύγχρονο επισκέπτη κάτι ανεκτίμητο: την ευκαιρία να γνωρίσει την ιστορία ενός τόπου μέσα από μια ζεστή, οικογενειακή αγκαλιά.
meteoraupdates.gr







