Του Γιώργου Σανιδά
Ήταν δεν ήταν δέκα χρονών όταν ξεριζώθηκαν απ’ την Αγία Κυριακή της Ανατολικής Θράκης. Πήραν το δρόμο της προσφυγιάς για τη μητέρα Ελλάδα κι εκείνος τους έφερε στον Εξαπλάτανο της Πέλλας, δίπλα στον ποταμό Λουδία απ’ τον οποίο εμπνεύστηκε και το ψευδώνυμό του.
Λαντζέρης, λούστρος, ψάλτης κι άλλα πολλά στη βιοπάλη. Μόλις τέλειωσε το γυμνάσιο στην Έδεσσα, τον ξελόγιασαν τα πτερόεντα λόγια ενός περιπλανώμενου θιάσου. Έφυγε μαζί με το μπουλούκι κι έφτασε στο Βόλο το 1936.
Φτωχή η πόλη και τα χωριά ποιός να βρει δεκάρες για το θέατρο; Σκόρπισαν οι ηθοποιοί στους πέντε ανέμους μα εκείνος απόμεινε στην προκυμαία να κοιτάει τα καράβια και να ταξιδεύει με το νου.
Η πείνα τον έφερε στους δρόμους κι εκεί γνώρισε ένα δικηγόρο, τον Γεώργιο Αβτζή που του’ δωσε δουλειά δακτυλογράφου και τον άφηνε τα βράδια στο γραφείο του, να γράφει διηγήματα. Έγραφε κι έγραφε στη γραφομηχανή δυο χρόνια ολόκληρα κι όταν τελείωσε, μάζεψε τις κόλλες του, τις έδεσε μ’ ένα σπάγκο κι έφυγε, να βρει την τύχη του στην Αθήνα.
Προηγουμένως, κατηφόρισε για στερνή φορά ως το λιμάνι. Εκεί ένα καράβι γεμάτο νέους ετοιμαζόταν να πάει στο νησί του κυρ- Αλέξανδρου για να τον τιμήσει. Σημάδι το’ δε αυτό στα όνειρά του και ανέβηκε κι αυτός επάνω στο κατάστρωμα.
Σ΄ όλο το ταξίδι σκεφτόταν κι έγραφε. Έτσι συνέθεσε ένα ποίημα το ‘’Προσκύνημα’’ για Εκείνον και όταν φτάσανε δεν πήγε στις υποδοχές των άλλων. Τράβηξε για το Μπούρτζι κι έκατσε πίσω απ’ την προτομή του. Εκεί πάσχιζε ν’ αποστηθίσει τους στίχους του για να τους πει απ’ έξω όταν στη γιορτή θα στεκόταν απέναντι απ’ τον Άγιο των Γραμμάτων.
Όμως, την ώρα της γιορτής τον διέταξαν να φύγει. Δεν ήταν κατάλληλη η φορεσιά του, είπαν απ’ την Επιτροπή, έπρεπε να φοράει κουστούμι ‘’ανωτέρας κοπτικής’’ για να απαγγείλει το ποίημα ενώπιόν τους κι ενώπιον εκείνου που όλη του τη ζωή την πέρασε μ’ ένα τρύπιο πανωφόρι.
Ο Μενέλαος βούρκωσε και πήγε παραπέρα. Κάθισε στα βράχια χαμηλά κοιτάζοντας τους ψαράδες και τη θάλασσα. Έβγαλε απ’ το δισάκι του τα γραπτά και έλυσε το σπάγκο. Τους έριξε μια ματιά και τους έδωσε τον τίτλο: ‘’Tα πλοία δεν άραξαν’’…
Ένα χρόνο αργότερα γι’ αυτή τη συλλογή θα’ παιρνε το Α’ Κρατικό Βραβείο Πεζογραφίας και τα φτερά του θ’ άνοιγαν…
Τα ακριβή γεγονότα και το ποίημα θα τα βρείτε στο βιβλίο μου ‘’Παπαδιαμάντη Πολιτική Παρακαταθήκη’’, σελ. 115-120






