Του Γιώργου Σανιδά
Δε θα αναφερθώ σήμερα στον εσπερινό στον πανέμορφο κατάλευκο ναό στη ράχη της πόλης την παραμονή της γιορτής του Αγίου Φανουρίου, ούτε στις αγιασμένες φανουρόπιτες που τις φτιάχνουν για να συγχωρεθεί η αμαρτωλή κι αμετανόητη μάνα του κι ύστερα τις βάζουν οι ανύπαντρες κάτω απ’ το μαξιλάρι για να τους φανερώσει σε αντάλλαγμα ο Άγιος τους μελλοντικούς γαμπρούς. Θα περιοριστώ μόνο στις θειες -όσες απόμειναν- που σμίγουν τέτοια μέρα και κάθονται ολόγυρα στη μεγάλη πεζούλα αγναντεύοντας ως πέρα τα ερημονήσια που μοιάζουν με μωρά στην αγκαλιά της θάλασσας που τα νανουρίζει κάθε τόσο με τα κύματά της.
Αχ αυτές οι θειες, όλο και λιγοστεύουν στα σοκάκια μας, όπως και η σοφία με την οποία μας γαλούχησαν και μας νουθετούσαν. Αυτές οι θειες οι μαυροφορεμένες οι οποίες ανέβαιναν από νέες στον Άγιο Φανούριο και σε άσχετες με τη γιορτή του μέρες, για να δουν βαθιά το πέλαγος και να προσευχηθούν να γυρίσουν γρήγορα και καλά οι δικοί τους από τα ξένα.
Έγραψα παλιότερα για τις πεζούλες του χωριού, μεταξύ άλλων, τα παρακάτω:
“…το μεγαλύτερο έγκλημα που κάναμε στις γειτονιές μας είναι, νομίζω, το γκρέμισμα των πεζουλιών στις αυλές μας για να χτίσουμε σύριζα σπίτια και να κερδίσουμε μέτρα… Στις πεζούλες μαζευόμασταν άλλοτε, παρέες- παρέες, νέοι, γέροι και παιδιά, και φαρδαίναμε τον ορίζοντά μας και φαιδρέναμε τα βραδάκια μας. Τώρα απόμεινε να εξέχει μόνο το σκαλί σε κάποιες εξώπορτες. Μα αυτό ίσα που χωράει να κάθονται μαραμένες μοναχικές γριούλες και να κοιτούν το δρόμο χωρίς να βλέπουν…’’
φωτογραφία από το αρχείο της Νίνας Τουρναβίτη







