Του Γιώργου Σανιδά
Ο Παναής, παρότι έμαθε πως οι αντάρτες έπιασαν τον Μιλεούνι κι ότι από ώρα σε ώρα θα κατέφθαναν οι Γερμανοί γι’ αντίποινα, άργησε να κατεβεί απ’ το βουνό για να πάρει τη φαμίλια του και να την κρύψει εκεί πάνω.
Μια τα ζωντανά -γίδια, πρόβατα, κατσίκια- που ήθελαν καθημερνή φροντίδα, μια το ετοιμόρροπο καλύβι στο ρέμα της Κεχριάς που έπρεπε να σουλουπώσει για να μείνουν εκεί πέντε νοματαίοι, δεν τον άφηναν να πάει στο χωριό.
Στη γιορτή απ’ τα εννιάμερα της Παναγίας, θέλησε να περάσει απ’ το μοναστηράκι ν’ ανάψει ένα κερί στη χάρη της. Πριν φτάσει, τον αντάμωσε ένας συγχωριανός του που ερχόταν ξαναμμένος απ’ τα δυτικά.
-Οι Γερμανοί καβατζάρισαν το Πήλιο και μπαίνουν στο μπουγάζι. Όπου να’ ναι θα φτάσουν στο λιμάνι…
Ο Παναής άλλαξε ρότα στο μουλάρι του και το τσίγκλισε στα πλευρά να τρέξει. Σαν έφτασε στο χωριό, η γυναίκα του τον περίμενε στο δρόμο και τα’ χε όλα έτοιμα μέσα στα κοφίνια κι ακόμα λίγες κουλελούδες για καταής και σκεπάσματα για το βράδυ.
Ο Παναής δεν έχασε καιρό. Άρπαξε τα πράματα και τα έζωσε στο μουλάρι. Μόλις τελείωσε τα δυο κορίτσια τους έτρεξαν και γραπώθηκαν από το σβέρκο του κι εκείνος τ’ ανέβασε με μιας στο ζο. Ο Μιχαλάκης όμως ήταν άφαντος…
-Πού είναι ο μικρός, ρώτηξε ο άντρας κι η γυναίκα απάντησε φαρμακωμένη πως ψάχνει το γατί του και δεν μπορεί να τον κάνει ζάπι…
Η φωνή του άντρα βγήκε όσο μπορούσε μαλακή…
-Μιχαλιό, Μιχαλιό έλα κι έφερα το μουλάρι για ν’ ανεβείς…
Ο μικρός τότε έσκασε μύτη στο χωματόδρομο της γειτονιάς και ζύγωσε…
-Τσακίσου βρε ξεμυαλισμένο, πρέπει να φύγουμε.
Το παιδί μαρμάρωσε μπροστά του κι είπε μονάχα:
-Δεν έρχομαι δίχως το γατί…
Τότε προσέπεσε η μάνα…
-Έλα Μιχαλιό μου, τα γατιά είναι εφτάψυχα, δεν έχουν ανάγκη, μη φοβάσαι…
Ο μικρός γύρισε να φύγει μα τον πρόλαβε ο πατέρας. Το σήκωσε με τις χερούκλες του και τον ανέβασε με το ζόρι στα καπούλια του μουλαριού, πίσω απ’ τα κορίτσια. Ύστερα έδωσε μια καμουτσιά στο ζο και κείνο κίνησε…
Δεν πρόλαβαν καλά- καλά να πάρουν τον ανήφορο για τον Αη- Λια όταν απ’ το χωριό έφτασε ο κροταλισμός των πολυβόλων που είχαν στηθεί στη παραλία και βαρούσαν για να παραδοθεί όσος κόσμος δεν πρόλαβε να φύγει.
Τότε ο Μιχαλιός έκανε μια στο πλάι και σαβουριάστηκε από το ζο στο χώμα , μα πριν προλάβει να τον πιάσει ο γονιός του, εξαφανίστηκε κουτρουβαλώντας προς τα πίσω.
-Γυναίκα, τραβάτε εσείς το δρόμο σας για την Κεχριά και γω θα πάω να τον βρω και να τον φέρω. Είπε ο άντρας απελπισμένος.
Η γυναίκα στύλωσε πάνω του τα ματιά και ψέλλισε:
-Να’ χεις το νου σου Παναή και να μην έρθεις στο βουνό χωρίς το γιο μας…
Ο μικρός έφτασε στο σπίτι τους κι είδε το γατί αμέσως να στέκει έντρομο μπροστά απ’ το κατώφλι τους. Οι πυροβολισμοί είχαν σταματήσει μα το σπίτι το είχε τυλίξει ο καπνός που έβγαινε από τα πρώτα αρχοντικά που ήδη καίγονταν στην παραλία.
Το παιδί πήρε το γατί στην αγκαλιά του και κίνησε από τον ίδιο δρόμο που’ χε έρθει.
Έξω απ’ το χωριό αντάμωσε τον πατέρα του ο οποίος ερχόταν να τον βρει. Εκείνος βλέποντάς το με το γατί στα χέρια, το σκαμπίλι που’ χε έτοιμο ν’ αστράψει στα μούτρα του για το χουνέρι που τους έκανε πριν λίγο, το μετέτρεψε σε χάδι πάνω στο κεφαλάκι του…
photo by Skiathos Cat Welfare Association







