Του Γιώργου Σανιδά
Αύγουστος 1879. Ξεσπάει η τέταρτη και μεγαλύτερη πυρκαγιά εντός σαράντα ημερών , στην ίδια πευκόφυτο περιοχή της Σκιάθου.
‘’Πυρ φοβερόν νέμεται τα προς δυτικόν της νήσου εκτεταμένα δάση των πευκών επί πέντε ήδη ημέρας χωρίς να δύναται να περισταλή τελείως…’’
Καίγεται το δάσος του Αραδιά ‘’δια το οποίον εκαυχάτο ο τόπος μας και εξ ον τόσα πλοία κατασκευάζοντο επί της νήσου μας’’
Πως πήρε; ‘’άγνωστον τις ο θηριώδης Νέρων όστις ηθέλησε να ίδη ποίου είδους λάμψις παράγεται εκ των ωραίων της νήσου ταύτης δασών…’’
Μαίνεται ταυτόχρονα βόρειος άνεμος ισχυρός που φέρνει την πυρκαγιά και προς την πόλη ενώ την ίδια στιγμή γίνεται ‘’παρανάλωμα και το ωραίο δάσος των Κουκουναριών’’ .
Η φωτιά συνεχίζεται επί δέκα μέρες…Ολόκληρο το νησί παραδίνεται στις φλόγες.
‘’Η άλλοτε εκ της θαλάσσης αναδυομένη Σκιάθος πράσινη, δροσερά θα φαίνεται εις τους οφθαλμούς του παραπλέοντος αυτήν, ξηρά, εστακτωμένη, μαύρη. Θέαμα αποτρόπαιον!’’
Όλα αυτά τα μεταφέρει ο εικοσιοκτάχρονος Μωραϊτίδης, που βρίσκεται στο νησί εκείνο το καλοκαίρι του 1879, στις εφημερίδες των Αθηνών μέσω της ‘’Εφημερίς’’ του Δημήτρη Κορομηλά για την οποία εργάζεται ως ανταποκριτής. Το ρεπορτάζ του το υπογράφει ως ‘’Δ. Μωραϊτίδης’’ με το Δ να προκύπτει απ’ το Δημήτριος, το όνομα δηλαδή του πατέρα του ο οποίος είχε πεθάνει το 1876. Ήταν μια πρακτική που συνηθιζόταν στην εποχή του.
Η Σκιάθος κάηκε έκτοτε πολλές φορές μέχρι σήμερα. Η μεγαλύτερη φωτιά που έχει σημειωθεί στο νησί ήταν το 2015 όπου κάηκαν τα 30000 απ’ τα 48000 στρέμματα της έκτασής του.
Ο Μωραϊτίδης λίγο πριν την επιστροφή του στη Σκιάθο για τις τελευταίες στιγμές της ζωής του, το 1929, θα θρηνήσει στην Αθήνα τη νέα πυρκαγιά που πληροφορείται πως έκαψε και πάλι τις Κουκουναριές καθώς προαισθάνεται πως δε θα ξαναδεί την ‘’πάγκαλον παραλίαν, τήν καλυπτομένην όλην από πίτυς, ωσάν ένα άλσος αρχαιοφύτευτον’’, την ‘’καλλονήν της Νήσου’’ του ….







