’Τὴν νύκτα τῆς 23ης, ὁπότε ἐξημέρωνε τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Κλήδονα (ἤτοι τὸ Γενέσιον τοῦ Προδρόμου), οἱ μάγκες τῆς γειτονιᾶς, ὀλίγον παρέκει, εἶχαν ἀνάψει μεγάλην φωτιάν, κι ἐπηδοῦσαν ἄνωθεν ταύτης, κατὰ τὸ ἔθος. Ἀφοῦ ἔκαυσαν ὅλα τὰ κλαδιὰ τοῦ «καματηροῦ» (ἤτοι τῶν μεταξοσκωλήκων), ὅσα εἶχον κλέψει οἱ ἴδιοι, καὶ ὅσα τοὺς εἶχον δώσει οἱ γειτόνισσες, καθὼς καὶ τὰ στεφάνια τῆς Πρωτομαγιᾶς μερικῶν οἰκιῶν, καθὼς συνηθίζεται, ἓν ἀπὸ τὰ παιδιὰ εἶδε τὴν χαμαλίκαν, καὶ τὴν ἐκλώτσησε πρὸς τὰ ἐκεῖ…’’
Στην παραπάνω παράγραφο του διηγήματος με τον τίτλο ΄΄ο Κακόμης’’, ο Παπαδιαμάντης αναφέρει έθιμα τ’ Αη Γιαννιού, όπως τον παγανηστικό κλήδονα και τις (κωλο)φωτιές. Κάποιοι είχαμε την τύχη να τα ζήσουμε, οι πιο πολλοί όχι καθώς οι εποχές άλλαξαν ανεπιστρεπτί.
Αναφέρει επίσης κι άλλα ξεχασμένα όπως το καματερό και τα στεφάνια της πρωτομαγιάς. Θα σταθούμε όμως στη χαμαλίκα που ήταν ένα είδος μαξιλαριού με λουριά στην πλάτη των μεταφορέων (χαμάληδων) για να μην πιάνονται και πονάνε.
Η συγκεκριμένη ανήκε στον ήρωα του διηγήματος τον Αποστόλη Κακόμη, ο οποίος, παρά τα βάρη και τα γραμματάκια που ήξερε, επέλεξε να γίνει χαμάλης κι ας τον κορόιδευαν με το κακόμη, παράφραση του κακομοίρη. Το γιατί επέλεξε αυτό το σκληρό επάγγελμα, ας το ακούσουμε απ’ τον ίδιο κι ας αναρωτηθούμε αν αξίζει τελικά τίποτα παραπάνω απ’ την προσωπική μας ελευθερία …
‘’― Τί τρέχει, Ἀποστόλη;… Ἀποφάσισες νὰ γίνῃς χαμάλης;
― Αὐτὸ εἶναι τὸ πλέον ἐλεύθερον ἐπάγγελμα, ἀπήντησεν ὁ Κακόμης· ἄλλο καλύτερο δὲν ηὗρα.’’
Κι όμως αυτή την ελευθερία οι πιο πολλοί την καίμε στο βωμό της ματαιοδοξίας και των φουσκωμένων αναγκών μας, κάνοντας συμβιβασμούς κι υπομένοντας ακόμα και εξευτελισμούς






