Ήταν η εποχή που οι κάτοικοι της Σκιάθου προσπαθούσαν να βγουν απ’ το τέλμα των πολέμων και της ανέχειας των προηγούμενων χρόνων.
Ήταν η εποχή που έψαχναν να φτιάξουν και πάλι τη διάθεσή τους και οι γυναίκες -οι περισσότεροι άντρες μπάρκαραν στα ξένα- ήξεραν το πως θα γίνονταν εύκολα αυτό. Άρχισαν να ξεμυτούν από τα σπίτια και να δημιουργούν νέες καταναλωτικές συνήθειες ανταποκρινόμενες στη μόδα των καιρών.
Ήταν εποχή που ήθελαν να βγάλουν από πάνω τους τα μαύρα και να φορέσουν φουστάνια χρωματιστά, χαρούμενα.
Επί της ανωφερούς οδού Μωραϊτίδου και στου Σουσώνη το σπίτι με την πανοραμική θέα στο παλιό λιμάνι, στο ισόγειο, έδρευε ο Τσάμπερλας και το μαγαζί του, αν και μες την ανακατοσούρα, φάνταζε ως πανόραμα νεωτερισμών.
Προερχόμενος από το Βόλο, κουβαλούσε από την πρωτεύουσα του νομού ό,τι πιο ελκυστικό ή χρήσιμο για τη γυναίκα κυκλοφορούσε στην πόλη. Εσώρουχα, νυχτικιές, γάντια, σάλια, μαντήλια, πολύχρωμες ρόμπες, φουστανάκια αμάνικα και άλλα πολλά, όλα ατάκτως ειρημένα στους πρόχειρους πάγκους του, μεταξύ των οποίων πολλοί χάρτινοι, προκαλούσαν τις πελάτισσες για εξερεύνηση ξοδεύοντας εκεί μέσα απεριόριστο χρόνο όπως και το πενιχρό τους κομπόδεμα.
Δεν δίσταζε μάλιστα, να βγάζει την πραμάτεια του βόλτα και στις άλλες γειτονιές δημιουργώντας εύθυμες κυψέλες όπου συνέρρεαν οι ντόπιες μέλισσες .
Ήταν μια άλλη εποχή. Σίγουρα δύσκολη, ωστόσο ελπιδοφόρα…










