Άλλα χρόνια, άλλες εποχές, άλλοι καιροί που μεγαλώσαμε οι παλιοί. Δεν υπήρχαν ρόδες, δεν υπήρχαν κίνδυνοι, δεν υπήρχαν κινητά, ούτε τόσο τσιμέντο. Μόνο γειτονιές με θειες απλωμένες σαν πλυμένες κουραλούδες στις πεζούλες και χωμάτινες σκληρές αλάνες. Γι’ αυτό, μόλις στεκόμασταν στα δύο μας πόδια, μας αμολούσαν στα στενά κι είμαστε ελεύθεροι..
Είχαμε φτιάξει μια δικιά μας Σκιάθο, την Σκιάθο των παιδιών, παράλληλη μ’ εκείνη των μεγάλων. Ζούσαμε ανάμεσά τους και ταυτόχρονα, χώρια τους. Μας έβλεπαν, τους βλέπαμε αλλά μέχρις εκεί. Κι αν μας έχαναν φώναζαν τ’ όνομά μας, έτσι για να δουν αν ζούμε. Λίγα τα πάρε- δώσε μας με τους μεγάλους κι αυτά στο σπίτι. Έξω απ’ το σπίτι είμαστε μόνοι μας από μικρά παντού, στο σχολείο, στην αλάνα, στο σουρτούκεμα, στα πανηγύρια, στις αγρυπνιές, στα μπάνια.
Είχαμε τα στέκια μας, τις κρυψώνες μας, τα ‘’όπλα’’ και τα ‘’πυρομαχικά’’ μας. Όλα αυτοσχέδια δημιουργήματα της παιδικής μας φαντασίας που όσο δουλευόταν, κάλπαζε. Μάθαμε να ζούμε όλοι μαζί, ν’ αποδεχόμαστε ο ένας τον άλλον με τα ‘’κουσούρια’’ του, να τα βγάζουμε πέρα και στα δύσκολα, να μη φοβόμαστε τη δουλειά, την κούραση, το αίμα, τη θάλασσα, τον έρωτα, την αποτυχία, την ίδια τη ζωή. Μάθαμε τι θα πει χαρά απ’ τη δράση. Πως μπορεί να ζεις και με ελάχιστα. Χτίζαμε προσωπικότητες ανεξάρτητες, μάχιμες, παίρναμε πρωτοβουλίες, αδράχναμε το χρόνο….
Άλλα χρόνια, άλλες εποχές, άλλοι καιροί που μεγαλώσαμε οι παλιοί. Σήμερα όσο και να κλειδαμπαρώνουμε τις πόρτες, τα μικρά έμαθαν ν’ ανοίγουν τα ‘’παράθυρα’’ και άντε βρέσ’ τα μες το χάος…











