Tου Γιώργου Σανιδά Ο Βόλος ήταν ανέκαθεν συνδεδεμένος τουλάχιστον με τις μεγάλες αγωνίες και τις μεγάλες χαρές των Σκιαθιτών, φυσικά και των λοιπών Μαγνησιωτών. Εκεί καταφεύγαμε για γιατρούς –το ετήσιο τσεκάπ πάντως δεν το ξέραμε-, εκεί ψωνίζαμε για τα βαφτίσια και τους γάμους και όχι μόνο. Με το κλείσιμο της σεζόν, άπαντες σχεδόν οι νησιώτες, εν όψει της επερχόμενης χειμερινής περιόδου και ένεκα της άμεσης ανάγκης σχολικών- μολύβια, τετράδια, μπογιές, ποδιές κτλπ-, καταθέταμε σημαντικό μέρος των καλοκαιρινών εσόδων μας στην αγορά της πρωτεύουσας του νομού που ήταν τόσο ελκυστική,έστω στα παιδικά μας μάτια!
Μαγνήτης τα μεγάλα φώτα στο λιμάνι καθώς έμπαινε το πλοίο της γραμμής και οι πολύχρωμες βιτρίνες της Ερμού . Κι ύστερα ντουγρού για το Αίγλη, το Αύρα, το Ιάσων κλπ.
Εικόνες άγνωστες για μας στους δρόμους όπως η αέναη κίνηση των τροχοφόρων και γευστικότατες σαν τις πραμάτειες του καστανά και του σαλεπιτζή και ασφαλώς γλυκές όσο οι πάστες φούρνου της Μινέρβα. Λέξεις περίεργες στα μαγαζιά όπως «Πιλοποιείον», ονόματα φανταχτερά σαν το “Λαμπρόπουλος’’ ή το ‘’Σιγάλας’’, βιτρίνες μαγικές, συνήθειες ασυνήθιστες για μας όσο το μελένιο πρωινό στο γαλακτοπωλείο ‘’Πανελλήνιο’’ επί της Δημητριάδος, η ασύγκριτη μυρωδιά του φρεσκοκομμένου καφέ στα καφεκοπτεία, οι τροχονόμοι.
Ο φούρνος του ‘’Παππού’’ με τα μουστοκούλουρα λίγο πριν μπεις να δικαστείς, το σιντριβάνι, ‘’ο χαλβάς του Παναγιωτόπουλου’’ για το σπίτι, οι βιτρίνες με τα παιχνίδια όπως στρατιωτάκια που υπόσχονταν μάχες ατέλειωτες καθώς ουδέποτε τελευτούσαν.
Τα αρίφνητα τόπια στα ράφια με τα γυαλιστερά υφάσματα που όσο ξεδιπλώνονταν στον πάγκο τόσο κοκκίνιζε η μάνα μας όταν δεν τα επέλεγε γιατί παίδευε τον πωλητή, ο Άγιος Νικόλαος με τα ευλογημένα του παγκάκια που μας ξεκούραζαν μετά τις ώρες πεζοπορίας εντός, εκτός και επί της Ερμού.
Και η απόλαυση της πλατιάς κι απέραντης παραλίας με το περίφημο εστιατόριο «Μεταφτσής» και τις λαχταριστές ταψο-καζανο-λιχουδιές του στη βιτρίνα συνοδευόμενες με μπύρα ή και νεράκι στην καράφα και για τους μερακλήδες, λίγο πιο ‘’μέσα’’, το ιστορικό ‘’Καφεοινομαγερείον η Σκάλα του Μιλάνου’’ για όμορφες πενιές μετά οίνου ή τσίπουρου εκλεκτού όσο και οι τοπικοί μεζέδες.
Απαραίτητη η παραλιακή βόλτα τα φθινοπωρινά απόβραδα ως τον Άγιο Κων/νο, στάση στο σινεμά Αχίλλειον,ματιές στον παγωτατζή, στον λουκουματζή και στον λαχειοπώλη, μ’ ένα βολιώτικο σουβλάκι πάντα ανά χείρας με την καψαλισμένη κι αλατισμένη γωνιά απ’ το ψωμί -πάντα αναρωτιόμουν τι έκαναν το υπόλοιπο της φρατζόλας-
Και να το πλοίο, αχ αυτό το αργοκίνητο Σποράδες, καταφθάνει απ’ τα νησιά και πίσω στο ήσυχο καβούκι μας παρόλες τις βολιώτικες Σειρήνες…











