Του Γιώργου Σανιδά
Ναυτότοπος το νησί της Σκιάθου και δασοσκέπαστο με αιώνες ιστορίας. Φυσικό λοιπόν ν’ αναπτύξει από αρχαιοτάτων χρόνων που κατοικείται, την ναυπηγική τέχνη.
Στα χρόνια της τουρκοκρατίας, όταν οι κάτοικοι έμεναν στο αλίμενο Κάστρο, είχαν τον ταρσανά τους στην Κεχριά.
Μετά την επιστροφή τους το 1830 στον ευρύχωρο κι απάνεμο ανατολικό κόλπο, έστησαν τους ταρσανάδες τους μέσα και γύρω απ’ το χωριό, κατά μήκος της ακτής αλλά και στα υψώματα. Στήθηκαν παντού, απ’ τον Αη- Γιώργη, τα Λιμανάκια, στου Ζαχαράκη, στις Πλάκες ως το Σίφερι και τον Αη Φανούριο!
Πρωτοπόρος υπήρξε ο Σταμάτης Σταματάς που, αφού θήτευσε στα καρνάγια της Πόλης ως καραβομαραγκός , γύρισε στο νησί κι άρχιζε να κατασκευάζει πλεούμενα με σχέδιο μαζί με σκοπελίτες πρωτομάστορες που ήρθαν κι αυτοί να μάθουν στους σκιαθίτες την τέχνη της ναυπηγικής.
Κι έτσι σιγά- σιγά, γεννήθηκε το μέγα καρνάγιο του Αη- Γιώργη κι άρχισαν να κατασκευάζουν καραβόσκαρα που αρμένιζαν μέχρι τους μακρινούς ωκεανούς σαν εμπορικά λόβερ ή σκούνες. Κι άλλα μικρότερα όπως περάματα, τρεχαντήρια, βαρκαλάδες, τσερνίκια και κάθε λογής πλεούμενα φτιάχνονταν στη Σκιάθο για λογαριασμό και πολλών μη ντόπιων πλοιοκτητών.
Τα περίφημα σκιαθίτικα εμπορικά καράβια κυριαρχούσαν πια στο Αιγαίο και τη Μεσόγειο ειδικά μετά το 1880. Το πρώτο που διέσχισε και μάλιστα τρεις φορές τον Ατλαντικό, ήταν το μπαρκομπέστια ‘’Σκιάθος’’ των αδελφών Ραπτάκη, πριν καλά- καλά τα ελληνικά ατμόπλοια φτάσουν στις χώρες του Νέου Κόσμου για το οποίο έγραψαν οι δύο Αλέξανδροι.
Το κατασκεύασε το 1891 στο μεγάλο καρνάγιο της Σκιάθου του Αη Γιώργη, ο πρωτομάστορας Κων/νος Μυτιληναίος, που μεγαλούργησε εκεί φτιάχνοντας 22 μεγάλα καράβια. Ο ίδιος το 1902 έριξε στη θάλασσα το μεγαλύτερο ιστιοφόρο σε εκτόπισμα τόνων που δημιουργήθηκε ποτέ από ελληνικό ναυπηγείο! Πρόκειται για ένα ιστιοφόρο 1200 τόνων που ‘’χτίστηκε’’ για λογαριασμό του Σκιαθίτη καπετάνιου και πλοιοκτήτη Στέργιου Π. Ραγιά.
Την τέχνη του ακολούθησαν κι άλλοι πρωτομάστορες σαν τον γιο του Γεώργιο και τον συνονόματο εξάδελφό του και σαν τους: Μαθηναίους, Μελαχροινούς, Παπαδούληδες, Σταματάδες, Φραγκογιάννηδες, Τζουβαλέκηδες κ.α.
Η σκιαθίτικη ναυπηγική τέχνη δυστυχώς ήταν αδύνατο να ακολουθήσει τις υψηλές απαιτήσεις της ατμήρης ναυτιλίας κι έτσι σιγά- σιγά περιορίστηκε σε μικρά σκάφη μέχρι που έσβησε τελείως με την εμφάνιση του τουρισμού.
Το τελευταίο καραβόσκαρο ήταν το « Γεώργιος» του Παναγιώτη Ιω Διολέττα που το ‘’έχτισε’’ ο Γεώργιος Μυτιληναίος το 1957-1958 κι ο τελευταίος καραβο-μάστορας ήταν ο Θοδωρής Τζουβελέκης που ‘’πάλευε’’ στο Σίφερι μέχρι και τη δεκαετία του 90…
Έκτοτε, τα καρνάγια κι οι ταρσανάδες έκλεισαν κι έγιναν νεκροταφεία των ξύλινων σκαριών που αναστήθηκαν μέσα σ’ αυτά! Μέχρι που άλλαξαν χρήση και κάποια σήμερα φιλοξενούν τραπεζοκαθίσματα ως κι ενοικιαζόμενες ομπρέλες για τους λουόμενους.
Αυτή την τεράστια παράδοση-κληρονομιά, που μεγάλωσε επί δύο αιώνες γενιές σκιαθιτών, μας τη θυμίζει σήμερα το Ναυτικό Μουσείο το οποίο πρόσφατα ενέταξε στα εκθέματά του και τη μεγαλύτερη μακέτα-ομοίωμα- διόραμα καρνάγιου που υπάρχει στην Ελλάδα, όπου μπορεί να δει κανείς το τι γινόταν σ’ αυτές τις δημιουργικές κυψέλες των παλιών ναυπηγείων στη Σκιάθο που ύμνησε ο Παπαδιαμάντης στο διήγημα ‘’Ολόγυρα στη λίμνη’’ και περιέγραψαν ο παπα- Γιώργης Ρήγας κι ο Ιω Φραγκούλας.
Εκεί όπου έδρασαν, εκτός των αρχιναυπηγών, πριονιστές, πελεκητές, μαραγκοί, καλαφατάδες, πουργουντζήδες και γύφτοι χρησιμοποιώντας ως εργαλεία σκεπάρνια, μπισκιά, κουραστάρια, καρμανιόλες, σμίνια, σβούρες, σφήνες κι άλλα περίεργα εργαλεία που αποτύπωσε στο έργο που παρέδωσε στις 28/6/2026 στον Πρόεδρο του Ναυτικού Μουσείου καπταν- Γιάννη Παρίσση ο μικροκατασκευαστής και ναυπηγός Δημήτρης Μάρας για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νέοι.








