Χθες ανάρτησα τη φωτογραφία των ηρώων στο διήγημα του Παπαδιαμάντη με τον τίτλο ΄΄Αγάπη στον κρεμνό’’. Σήμερα θα δούμε το εξοχικό τους σπίτι όπου εξελίσσεται το διήγημα και, ευτυχώς, σώζεται ακόμα. To αποθανάτισε ο σκιαθίτης εικαστικός Νίκος Ακρίβος στα τέλη της δεκαετίας του 90 και περιλαμβάνεται στην έκδοση του διηγήματος από το δήμο το 2021.
Το αγροτόσπιτο είναι κάτω απ’ το εξωκλήσι του Άγιου Ταξιάρχη και το ξύλινο δωμάτιο αριστερά φιλοξένησε στο διήγημα τον κυρ- Αλέξανδρο:
‘’Τὸ μικρὸν ξύλινον δῶμα ἦτο εἰς τὸ χείλος τοῦ κρημνοῦ κ᾿ ἐσείετο ὅλον. Ὑπὸ τὸ πάτωμα διήρχετο τὸ αὐλάκι τοῦ νεροῦ, μικρὸς κλάδος τῆς πλουσίας πηγῆς τῶν Ἁγ. Ταξιαρχῶν…’’
Ετούτο το δώμα έγινε για το χατήρι της οικοδέσποινας, της Μαριώς το Πετρί που έλεγε στον άντρα της τον Γιάννη:
«Κάμε μου ἕνα τσαρδάκι ἐδῶ, μικρούτσικο, ὄμορφο, μὲ τὰ ξύλα χαλαρά, ποὺ νὰ κουνιέται λιγάκι, νὰ κοιμᾶμ᾿ ἐδῶ τὸ μεσημέρι, νὰ μὴ γυρεύω καὶ παιδεύωμαι νὰ κάμω κούνια, κάθε δυὸ κάθε τρεῖς μέρες, ὁποὺ θὰ μοῦ ᾽ρθῇ τὸ κέφι· νὰ μὲ βγάλῃς ἀπ᾿ τὸν κόπο, νὰ σ᾿ ἀγαπῶ΄΄
Κι ο Γιάννης του Πετριού, συνέχισε να εξιστορεί στον Παπαδιαμάντη το τι συνέβη …
‘’ἕν᾿ ἀπομεσήμερο, καθὼς τὴν εἶχε πάρει ὁ ὕπνος ἐδῶ, δὲν ξέρω πῶς ἔκαμε, ξαφνίσθηκε, ἄτυχα τῆς ἦρθε, καὶ πέφτει κατακέφαλα στὸν κρεμνό. Ἄχ! ὁ Ἅις-Ταξιάρχης μᾶς ἐλυπήθη, κ᾿ εἶπε: δὲν εἶναι καιρὸς νὰ πάρω τὴν ψυχή της ἀκόμα.
»Καθὼς ἔπεσε, κ᾿ ἔβαλε μιὰ φωνὴ καὶ τὴν ἄκουσα, ὤχ! Θέ μου, μὲς στὸν ὕπνο μου ― εἶχα ἀποκοιμηθῆ ἐκεῖ, ἀνάμεσα στὶς δυὸ κολῶνες τῆς ἁπλωταριᾶς τοῦ σπιτιοῦ, ποὺ βλέπετε, κεῖ ἀπάνω. Ὁ καλὸς ἄγγελος μ᾿ ἐξύπνησε. Ξαφνίζομαι, σηκώνομαι, τρέχω, τ᾿ εἶναι, Θέ μου; Ταμάιμα τρέχω, ντουγρού, κατάλαβα· ἡ ἀγάπη εἶχε πέσει στὸν κρεμνό. Δὲν ἐστοχάστηκα, δὲν ἀπείκασα τίποτε, δὲν ἀγροίκησα, μόν᾿ ἔκαμα τὸ σταυρό μου, κ᾿ ἐρρίχτηκα μὲ τὰ μοῦτρα κάτω στὸν κρεμνό. Μονοκοπανιά, στὴν πλαγιὰ κάτω. Ἐλαφρά, ἐλαφρά, μὲ τὰ τσαρουχάκια μου πατοῦσα, ἐκρατούμανε ἀπ᾿ τὰ κλαδιά, ἀπ᾿ τὰ χορτάρια, ἀπ᾿ τὶς κόχες τοῦ γκρεμνοῦ, ἀπ᾿ ὅ,τι εὕρισκαν τυφλὰ τὰ χέρια μου, ἀπ᾿ τὶς κοτρῶνες, ἀπ᾿ τὰ στουρνάρια. Τὸ Πετρὶ εἶχε κυλισθῆ δεκαπέντε ὀργυιές, κ᾿ ἦτον τ᾿ ἀπίστομα κεῖ κάτω ποὺ βλέπετε, στὸν ὄχτο, μὲς στὸ ρέμα. Ζωντανή, λαβωμένη, πεθαμένη; Ἕνας Θεὸς τό ᾽ξερε. Ξερή, κούτσουρο, δαυλί, δὲν τὴν ἔβλεπα νὰ σειέται μήτε νὰ κουνιέται. Ποῦ εἶν᾿ οἱ κούνιες σου, ἀγάπη μου, καὶ ποῦ τὰ κουνήματά σου, ποὺ μοῦ ᾽θελες κούνια καὶ τσαρδάκι κουνιστὰ στὸν κρεμνό. Κατεβαίνω, πατῶ, πιάνομαι, ἤθελα νὰ τρέξω, γιὰ νὰ πάρω τὴν ἀπόφαση γλήγορα, ἀνίσως ἦτον λαβωμένη ἢ νεκρή, σακάτισσα ἢ λιγωμένη. Πῶς νὰ τρέξω χωρὶς νὰ γκρεμιστῶ; Καὶ δὲν μοῦ ἔπρεπε νὰ γκρεμιστῶ τάχα; Καθὼς τὸ συλλογιζόμουν, ταμάιμα, χάνω τὸ κλαδί, χάνω τὸ στουρνάρι, καὶ πέφτω, καὶ κυλιέμαι κατακέφαλα κάτω στὸ ρέμα. Θυσία θὰ πήγαινα μαζὶ μὲ τὴν ἀγάπη. Καθὼς ἐκυλίστηκα, θὰ τὸ πιστέψετε; ἐπῆγα, ὄχι ἐγώ, μ᾿ ἐπῆγε ὁ ἄγγελος ποὺ μ᾿ ἐφύλαγε, ὁ πόνος ποὺ μ᾿ ἐκυβερνοῦσε, ὁ Θεὸς ποὺ ἔστειλε τὸν πόνο, ἔστειλε καὶ τὸν ἄγγελο καὶ βρέθηκα σὲ μιὰ στιγμὴ μέσ᾿ στὴν ἀγκαλιὰ τῆς ἀγάπης. Πῶς ἔγινε αὐτό, κ᾿ ἐγὼ δὲν ἀγροίκησα. Νὰ βρεθῶ μονοκοπανιὰ στὴν ἀγκαλιά της! Κ᾿ ἐνῷ πρωτύτερα τὴν ἔβλεπα πὼς ἦτον τ᾿ ἀπίστομα, πῶς γύρισε ἀπ᾿ τὸ ἕνα πλευρό, κ᾿ εὑρέθηκα στὴν ἀγκαλιά της;
»Τὸ Πετρὶ δὲν εἶχε βαρέσει, ἦτον μόνο λιγοθυμισμένη· ἂν ἐβάρεσε καὶ κάπου, δὲν τό ᾽λεγε. Ἐγὼ εἶχα βαρέσει καὶ καλά, στὸ χέρι, στὸ πλευρό, στὸ κεφάλι, μὰ δὲν ἀγροικοῦσα τὸν πόνο. Κ᾿ ἐμείναμε μουδιασμένοι ὥρα πολλή, ἀγκαλιαστά, στὴ δροσιά, μέσα στὸ ρέμα, κι ἀναστενάζαμε, καὶ δὲ λέγαμε τὸν πόνο μας. Ἄχ, πῶς σᾶς φαίνεται αὐτό; Ὅσα χρόνια κι ἂν ζήσω, δὲν θὰ τὸ ξεχάσω».
ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΣΤΗ ΣΚΙΑΘΟ ΑΠ’ ΟΠΟΥ ΈΠΕΣΕ Η “ΑΓΑΠΗ ΣΤΟΝ ΚΡΕΜΝΟ”
ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ






