Στο γλωσσικό ιδίωμα των Σποράδων, αλλά και της Σύρου, η λέξη «λαλάρι ή λάλαρος» δηλώνει το μεγάλο, κάτασπρο κι ολοστρόγγυλο βότσαλο που έχει σμιλευτεί από το κύμα.
Η λέξη προέρχεται από το αρχαίο ουσιαστικό «λᾶς» (ή λάας), που σημαίνει πέτρα.
Πιθανόν η ετυμολογία της λέξης να ανάγεται στην αρχαιότητα, στο μύθο του Δευκαλίωνα που λέει συνοπτικά τα εξής:
Ο Δίας, οργισμένος από την ηθική κατάπτωση και την ασέβεια των ανθρώπων, αποφάσισε να τους εξαφανίσει με έναν μεγάλο κατακλυσμό. Ο Δευκαλίωνας και η σύζυγός του Πύρρα ήταν οι μόνοι δίκαιοι και ευσεβείς άνθρωποι που επέτρεψε να επιζήσουν κατασκευάζοντας μια ξύλινη κιβωτό.
Όταν τα νερά υποχώρησαν, ο Δευκαλίωνας και η Πύρρα πρόσφεραν θυσία στον Δία και ζήτησαν την αναγέννηση του ανθρώπινους γένους.
Ο Δίας τους σύστησε να περπατούν και να πετούν πέτρες πίσω τους. Οι πέτρες που πετούσε ο Δευκαλίωνας μεταμορφώνονταν σε άνδρες, ενώ της Πύρρας σε γυναίκες.
.Από αυτόν τον μύθο, η αρχαία ελληνική λέξη για την πέτρα («λᾶς») συνδέθηκε άμεσα με τη δημιουργία των ανθρώπων, δίνοντάς μας τη λέξη «λαός».
Χιλιάδες επισκέπτες της διάσημης παραλίας της Σκιάθου επί δεκαετίες ολόκληρες, έπαιρναν μαζί τους τα λαλάρια ως σουβενίρ. Καθώς αυτά έκαναν «φτερά», η γεωλογική εικόνα της ακτής άλλαξε δραματικά κι απόμειναν μόνο τα λαλαρίδια.
Είμαστε λοιπόν οι τελευταίοι όσοι προλάβαμε και τα είδαμε στην ακτή. Αν υπάρχουν άνθρωποι και η παραλία μετά από εκατοντάδες ή και χιλιάδες χρόνια τριβής των βράχων απ’ τους γκρεμούς με τα κύματα, που χρειάζονται για να σμιλευτούν τα λαλάρια, ίσως τα ξαναδούν…







