Tου Γιώργου Λάζου
Μηχανολόγος – Μηχανικός
Τα τελευταία χρόνια ακούμε συνεχώς τον όρο «βιώσιμος τουρισμός». Έχει γίνει η πιο δημοφιλής λέξη σε παρουσιάσεις, ημερίδες, συνεντεύξεις και ανακοινώσεις. Όμως, αξίζει να αναρωτηθούμε: χρησιμοποιούμε τον όρο επειδή εφαρμόζουμε πραγματικά τις αρχές του ή επειδή εξυπηρετεί επικοινωνιακά;
Η προσωπική μου άποψη είναι ότι ο όρος έχει χρησιμοποιηθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε έχει χάσει μεγάλο μέρος της ουσίας του. Πολύ συχνά γίνεται επίκλησή του χωρίς να συνοδεύεται από συγκεκριμένες πολιτικές, μετρήσιμους στόχους και πραγματικές παρεμβάσεις που να διασφαλίζουν τη μακροχρόνια ισορροπία μεταξύ οικονομίας, κοινωνίας και περιβάλλοντος.
Στην πραγματικότητα, σε πολλές περιοχές της Ελλάδας —και ιδιαίτερα στα νησιά— το κυρίαρχο μοντέλο δεν είναι ο βιώσιμος τουρισμός. Είναι ένας εξαρτημένος τουρισμός. Ένα μοντέλο στο οποίο η τοπική οικονομία βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά σε μία δραστηριότητα, με αποτέλεσμα να γίνεται ιδιαίτερα ευάλωτη σε κάθε οικονομική, γεωπολιτική, υγειονομική ή περιβαλλοντική κρίση.
Η μονοκαλλιέργεια του τουρισμού δημιουργεί σημαντικές στρεβλώσεις. Η αύξηση του κόστους ζωής, η δυσκολία εύρεσης κατοικίας για τους μόνιμους κατοίκους, οι πιέσεις στις υποδομές, η εποχικότητα της απασχόλησης, η εξάρτηση από εξωτερικές αγορές και η σταδιακή εγκατάλειψη άλλων παραγωγικών δραστηριοτήτων αποτελούν ήδη πραγματικότητα σε πολλές τοπικές κοινωνίες.
Ο πραγματικά βιώσιμος τουρισμός δεν μετριέται μόνο με τον αριθμό των αφίξεων ή των διανυκτερεύσεων. Μετριέται από το αν ο τόπος μπορεί να λειτουργεί και να ευημερεί και μετά το τέλος της τουριστικής περιόδου. Μετριέται από την ποιότητα ζωής των κατοίκων, την ανθεκτικότητα των υποδομών, την προστασία των φυσικών πόρων και την ύπαρξη μιας οικονομίας που δεν εξαρτάται αποκλειστικά από έναν μόνο κλάδο.
Για τον λόγο αυτό θεωρώ ότι χρειάζεται περισσότερη ειλικρίνεια στον δημόσιο διάλογο. Αντί να επαναλαμβάνουμε διαρκώς τον όρο «βιώσιμος τουρισμός», ας εξετάσουμε αντικειμενικά αν οι πολιτικές που εφαρμόζονται οδηγούν πράγματι προς αυτή την κατεύθυνση. Η αλλαγή της ορολογίας δεν αλλάζει την πραγματικότητα.
Ιδιαίτερη ευθύνη έχουν όσοι κατέχουν θέσεις ευθύνης ή διαθέτουν δημόσιο λόγο. Οι αιρετοί, οι φορείς και οι άνθρωποι με επιρροή οφείλουν να σχεδιάζουν με ορίζοντα δεκαετιών και όχι μόνο της επόμενης τουριστικής περιόδου. Ο ρόλος τους δεν είναι να κατευνάζουν τις ανησυχίες ούτε να προσαρμόζουν τον δημόσιο λόγο στις επιθυμίες συγκεκριμένων ομάδων συμφερόντων. Είναι να αναγνωρίζουν έγκαιρα τις προκλήσεις και να λαμβάνουν αποφάσεις που υπηρετούν το συλλογικό συμφέρον.
Η ανάπτυξη δεν μπορεί να είναι αυτοσκοπός. Πρέπει να είναι ισορροπημένη, ανθεκτική και μακροπρόθεσμα ωφέλιμη για όλους. Αν δεν αποκτήσουμε εναλλακτικές μορφές οικονομικής δραστηριότητας, αν δεν επενδύσουμε στις υποδομές, στην παιδεία, στην καινοτομία και στην ποιότητα ζωής των κατοίκων, τότε δεν θα μιλάμε για βιώσιμο τουρισμό αλλά για μια εύθραυστη οικονομική εξάρτηση.
Ίσως, λοιπόν, το πρώτο βήμα προς τη βιωσιμότητα να είναι η ειλικρίνεια. Να αποδεχθούμε πού πραγματικά βρισκόμαστε σήμερα και να ξεκινήσουμε μια σοβαρή συζήτηση για το πού θέλουμε να βρίσκεται ο τόπος μας τα επόμενα είκοσι ή τριάντα χρόνια. Μόνο τότε η λέξη «βιωσιμότητα» θα αποκτήσει ξανά το πραγματικό της περιεχόμενο.






