Του Γιώργου Σανιδά
Βγαλμένος λες από τα διηγήματα των δύο Αλεξάνδρων. Άνθρωπος άλλης εποχής, άλλης κοψιάς και πάστας. Πηγαινοερχόταν στα λιμανάκια της Σκιάθου γεμίζοντας το γιουρδελάκι του ολόφρεσκα ψαράκια. Ύστερα τα πουλούσε στις παραλιακές ταβέρνες να κάνει ένα κομπόδεμα να πάει στον Πειραιά και ν’ αλλάξει τη μηχανή που παρέδωσε πνεύμα μέσα στο τρεχαντήρι του με τ’ όνομα ‘’Αγία Κυριακή’’, του επίνειου του χωριού του.
Το’ χε αραγμένο ανοιχτά απ’ το λιμάνι της Σκιάθου, ίσα- ίσα για ν’ αναπαύεται το βράδυ όταν επέστρεφε με τη βαρκούλα του για να ρίξει άγκυρα στη θαλασσιά ψυχή του. Τα’ απόκτησε απ’ τον Ευβοιώτη τον μπάρμπα Μήτσο, Θεός σ’ χωρέστον. Πάνω του έκλεισε τα μάτια του εκείνος και το αυτό επιθυμούσε διακαώς κι ο καπετάν Σαράντης Μπατάκας, όπως κι έγινε.
«Θέλω να πεθάνω στο νερό». Να η ευχή που αμόλαγε στο σύμπαν όποτε έπεφτε ένα αστέρι.
Μια σταλιά άνθρωπος! Στεγνός, λιπόσαρκος, μέχρι το κόκκαλο αρμυρισμένος σαν παστό, μικρόσωμος μ’ ενάμισι μέτρο μπόι όλο κι όλο, δίχως στομάχι –του το’ βγάλαν, έλεγε!- μα με μια καρδιά ολόχρυση όπου χωρούσε ο κόσμος όλος. Ολημερίς στη θάλασσα, επί ογδόντα χρόνια! Θα’ τανε σίγουρα στην άλλη του ζωή ψαράκι μα και στην τωρινή τι άλλο τάχα ήταν;
Γεννήθηκε το 1941 στο Τρίκερι, το ξακουστό ψαροχώρι της άκριας του Πηλίου. Ένα απ’ τα οχτώ αγόρια του Νικολού και της Μαλαμώς που μέσα στα χρόνια της θύελλας έσπερναν αρσενικά για να υπερασπιστούν τον τόπο όπου οι άντρες πέθαιναν αράδα. Έκαμαν κι ένα κορίτσι για τον τύπο, να τους κουνάει το μαντήλι όταν τ’ αγόρια έφευγαν και να φυλάει πίσω Θερμοπύλες.
Υπηρέτησε ως ναύτης στο θωρηκτό Αβέρωφ κι εκεί μια μέρα κόντεψαν να τον πνίξουν οι μόνιμοι από ατζαμοσύνη όταν τον έριξαν τριάντα οργιές βαθιά στη θάλασσα να ξεσκαλώσει απ’ το βυθό την άγκυρα.
Πενήντα χρόνια δύτης, ‘’πάνω’’ –τρόπος του λέγειν- στα τρικεριώτικα σφουγγαράδικα, από τα δεκατέσσερά του ως και τα εξήντα πέντε. Πρώτα γυμνός στο σκάφανδρο κι έπειτα με τη φόρμα και το κομπρεσέρ που του’ στελνε αέρα. Ξεκίνησε ν’ αρμενίζει στ’ αρχιπέλαγος με του θείου του καπετάν Σούπα το καΐκι κι έφτασε με τον ‘’Ποσειδώνα’’, το τρικεριώτικο σκαρί, στην Αίγινα κι από εκεί να οργώνει τους βυθούς της Β. Αφρικής. Υπήρξε από τους τελευταίους σφουγγαράδες της πατρίδας του σαν τους Νικόλα και Παναγιώτη Ζάχο, τον Λάτζο και τους Μπρισμπαίους, Κων/νο και Ευστάθιο.
Σ’ αυτή του τη μακρά θητεία στα πέλαγα, κάτω στην Ιεράπετρα της Κρήτης όπου μιλούν ακόμα οι κουμπούρες, στα τέλη του 50, τον ερωτεύτηκε παράφορα μια κρητικοπούλα. Τον πότισε, τον τάισε, μα του πήρε το ναυτολόγιο, τον κλείδωσε, τον απείλησε, μέχρι που τον κουκούλωσε κι ησύχασε και τότε εκείνος μπόρεσε να φύγει. Γύρισε σαν τ’ αγρίμι πίσω στο καταφύγι του, το Τρίκερι όπου σιγούν κι οι ανέμοι.
Αγάπησε τη Μαρία μα ήταν στεφανωμένος ήδη στην Κρήτη κι έτσι την έκλεψε και φύγανε κρυφά στην Κάλυμνο. Μαζί της έκανε τέσσερα αγόρια μα μόνο σαν ήρθε η χούντα κι ο Παπαδόπουλος άλλαξε εν μια νυκτί το νόμο για να παντρευτεί τη Δέσποινα, πήρε κι αυτός το διαζύγιο απ’ την πανούργα κρητικιά και στεφανώθηκε τη Μαρία.
Στα στερνά του χρόνια χαιρόταν σαν μικρό παιδί την πρόοδο από τα παλληκάρια του που έγιναν όλα τους ναυτικοί πάνω στα χνάρια τα δικά του. Οι δυο γιοι του με το καΐκι τους παλεύουν στην Κύμη για ξιφίες κι οι άλλοι δυο, ζουν στην Αγία Τριάδα, τη Χώρα του Τρικεριού πάνω στην νότια κορυφογραμμή του θρυλικού Πηλίου.
Από εκεί έφευγε τα καλοκαίρια ο καπετάν Σαράντης κυνηγώντας το μεροκάματο στο πλούσιο νησί της Σκιάθου με τους πολλούς τουρίστες. Πίσω γυρνούσε τον Οκτώβρη με το που έπαυαν να’ ρχονται αεροπλάνα στο νησί. Γυρνούσε αγάλι- αγάλι βάζοντας πανί στο τρεχαντήρι του για να τον σπρώξει ο άνεμος στο ταπεινό χωριό του, καθώς ποτέ δεν φτάσαν οι παράδες στο κομπόδεμα για να φτιάξει τη μηχανή του. Στο ενδιάμεσο του ταξιδιού, περίμενε να βγουν οι ανεμότρατες, να πάρει φρέσκια γαριδούλα για τις τσιπούρες, τα λυθρίνια, τους σαργούς, τους καπαμάδες κι ό,τι άλλο κρύβουν ακόμα τα νερά μας .
Σιμώνοντας στον τόπο του, έδενε στον Αη- Βάσο που’ χει τρεχούμενο νερό για να βράσει αλισφάκι να ζεσταθεί η ψυχή του.
Και σαν έφτανε στο Τρίκερι, δεν πήγαινε να μείνει στο σπίτι του να ξεχειμωνιάσει. Ατίθαση ψυχή, γέννημα λέφτερο, πώς να συμβιβαστεί να ζει με άλλους κι ας ήταν κι η φαμελιά του. Πήγαινε δίπλα από το σπίτι, στο δικό του ξέχωρο κονάκι που’ ταν γεμάτο μαλαματένια δίχτυα και σηκωνόταν αχάραγα να τα μπαλώνει κι αδημονούσε πότε θα ξημερώσει καλή μέρα να μπει ξανά στη βάρκα του να πάει…
γιαλό- γιαλό….!
Η πρώτη φωτογραφία είναι του Jason Don Aplas Kofinas που συμπεριέλαβε τον Σαράντη στο λεύκωμά του ‘Life on Skiathos’ και τον πέρασε στην αιωνιότητα.
Η δεύτερερη είναι από την Taverna sklithri skiathos όπου πήγαινε τα ψάρια του…
με Argiris Batakas









