Οι περισσότεροι το γνωρίζουν σήμερα ως ‘Μουριά’ απ’ την ισόγεια ταβέρνα του. Είναι απ’ τα παλιότερα κτίσματα που έχουν μείνει όρθια στη Σκιάθο και μάλιστα αρχοντικό! Βρίσκεται μόλις δυο βήματα πίσω απ’ τον απρόσωπο κεντρικό δρόμο που τέμνει την πολίχνη στα δύο.
Την ιστορία του έζησε ακόμα κι ο ίδιος ο κυρ- Αλέξανδρος…Ο Θωμάς Ιωάννου και η γυναίκα του η Χιόνω ήρθαν στη Σκιάθο από τη Βάβδο της Χαλκιδικής όπως πολλοί εκείνο τον καιρό, μεταξύ των οποίων και ο ευπατρίδης δήμαρχος Φιλοκλής Γεωργιάδης. Εγκαταστάθηκαν στο νησί μετά την Απελευθέρωση του 21 κι ενώ ακόμα το καριοφίλι του Θωμά έκαιγε απ’ τη συμμετοχή του στην Επανάσταση του Γένους.
Εδώ έχτισαν, θεμελιώνοντας μια καλύτερη ζωή, το όμορφο σπιτικό τους. Του έδωσαν μακεδονικό ύφος και στο υπέρθυρο, έβαλαν ανάγλυφο το δικέφαλο βυζαντινό αϊτό για να παραπέμπει στις μεγάλες προσδοκίες της φυλής μας.
Γιος του Θωμά ήταν ο Σαραφιανός που το όνομά του έμελλε να ταυτιστεί με το όνομα του αρχοντικού. Συνέπεσε μάλιστα να ζήσει στα χρόνια του Παπαδιαμάντη ο οποίος τον έκανε ήρωά του ( όπως και τη μάνα του τη Χιόνω) και τον αναφέρει στα διηγήματα “Για την περηφάνια” και “Το σπιτάκι στο λιβάδι”.
Σ’ αυτό μας μεταφέρει σε μια πλημμύρα της εποχής κι αξίζει να διαβάσουμε πως την αντιμετώπισε ο Σαραφιανός στο αρχοντικό του: ” Ὁ Σαραφιανὸς μὲ τὸν κηρωτὸν ἐπενδύτην του, μὲ τὰ ὑποδήματα μέχρι τῶν μηρῶν, ἐπροσπάθει νὰ ἐμβαλώσῃ ἐκ τῶν ἐνόντων τὸ ρῆγμα τοῦ τοίχου, κουβαλῶν χονδρὰ ξύλα καὶ κούτσουρα καὶ σωρεύων ταῦτα διὰ νὰ φράξῃ τὴν ρωγμήν. Ἡ γρια-Χιόνω ἀπὸ τὸ παράθυρον ἐφώναζε:― Κάψε τα, γυιέ μου, κάψε τα!Ἴσως ἐφαντάζετο ὅτι ὁ υἱός της ἐσώρευε τὰ ξύλα διὰ νὰ ἀνάψῃ φωτιάν.Κάτω εἰς τὸ ποτόκι* ὅλα ἦσαν θάλασσα. “…
Η αγάπη του Παπαδιαμάντη για το συγκεκριμένο σπίτι, δεν οφειλόταν μόνο στον ιδιοκτήτη του ούτε στην όμορφη κι επιβλητική όψη του κτιρίου. Υπήρχε κάτι που τον άγγιζε βαθύτερα…Στο ισόγειό του λειτουργούσε και τότε ταβέρνα και μάλιστα με το όνομα “Μουριά”. Εκεί καθόταν και τα κουτσόπινε ο κυρ- Αλέξανδρος με ανθρώπους και με το Θεό, μα συνήθως με τον εαυτό του! Είχε απ’ έξω μια πελώρια μουριά και σαν τραπέζι μια παλιά μυλόπετρα. Εκεί επάνω στεκόταν παρηγορητικός και τον γλυκοκοίταζε ο θεσπέσιος μοσχάτος οίνος που έβγαζε τότε το νησί.
Έγραψε ο κυρ- Αλέξανδρος σχετικά:” Τὸ θεσπέσιον νέκταρ ποὺ πίνουν οἱ Ὀλύμπιοι Θεοί, ἀναβλύζει ἀπὸ χρυσῶν κρουνῶν εἰς τὸ οἰνοπωλεῖον καὶ παντοπωλεῖον Ἡ Μουργιὰ τοῦ Θωμᾶ Σαραφιανοῦ εἰς τὴν Σκίαθον.
Εἶναι τὸ θαυμάσιον καὶ μοναδικὸν εἰς τὸ Αἰγαῖον μοσχᾶτον τῆς Σκιάθου, τὸ καλούμενον καὶ Ἀλυπιακόν, ἐπειδὴ καταργεῖ ὅλας τὰς λύπας…









